Ανάθεση εργασιών σε επαγγελματικό σκάφος σε εταιρεία-εργολάβο. Ελλείψεις και διαπίστωση κατά την διενέργεια επιθεώρησης του σκάφους (ενόψει προγραμματισμένου ταξιδιού), της ύπαρξης στο μηχανοστάσιό του διάσπαρτης μαύρης σκόνης, η προερχόταν από το αριστερό αξονικό σύστημα και η πηγή της ήταν η σοβαρή φθορά των ελαστικών στοιχείων των ως διπλών συστημάτων ελέγχου απορρόφησης κραδασμών και θορύβων (δίδυμης σύζευξης ERD) του αριστερού άξονα. Ελαττωματική εκτέλεση- Υπολογισμός διαφυγόντος κέρδους- Απόρριψη αίτησης αναίρεσης και αναιρετικών λόγων περί διδαγμάτων κοινής πείρας.
Δίκη για την αναγνώριση της πατρότητος τέκνου που γεννήθηκε εκτός γάμου, όπου δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους. Για να υπόκειται σε αναίρεση η απόφαση θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη είτε, με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με τη σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης, είτε με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.
Σύμβαση εργολαβίας για κατασκευή οικοπέδου - Πρόσθετες εργασίες. Άτυπη συμφωνία των διαδίκων σχετικά με τις ειρημένες πρόσθετες εργασίες, τις οποίες, παρέλαβαν οι αναιρεσείοντες: "θα ήταν παράλογο ο αναιρεσίβλητος να προβεί στην εκτέλεση επιπλέον εργασιών σε μεγάλη έκταση χωρίς αμοιβή". Το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των διαδίκων σχετικά με τις πρόσθετες εργασίες, ώστε να είναι υποχρεωμένο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ούτε υπέπεσε στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1α'του ΚΠολΔ, και δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (άρθρα 361, 681 επ. ΑΚ), επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1β'του ΚΠολΔ. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης.
Ελευθερία τύπου και παράνομη προσβολή προσωπικότητας η οποία εγείρει δικαίωμα απαίτησης άρσης της προσβολής και μη επανάληψής της στο μέλλον (αρ. 57 παρ. 1 ΑΚ), αλλά και αποζημίωσης λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς (αρ. 57 παρ. 3 ΑΚ). Προσβολή της προσωπικότητας υπάρχει όταν ένας τρίτος διενεργεί μειωτική επέμβαση σε κάποιο από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα. Η παρανομία υφίσταται όταν η επέμβαση αυτή δεν επιτρέπεται από το δίκαιο ή απορρέει από καταχρηστική άσκηση δικαιώματος ή άσκηση δικαιώματος μικρότερης σπουδαιότητας. Διαχωρισμός εξύβρισης από την οξεία κριτική και θέση ορίων μεταξύ τους.
Πλειστηριασμός ακινήτου: Ακυρότητα κατόπιν ανακοπής που ασκείται ως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρ. 934 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ) σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι προυποθέσεις του αρ. 999 παρ. 1,3,4 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η επίδοση στον οφειλέτη περιλήψεως της εκθέσεως κατασχέσεως μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Η πραγματοποίηση της επίδοσης προς τον οφειλέτη σαν να ήταν άγνωστης διαμονής (αρ. 135 Κ.Πολ.Δ.) ενώ ήταν γνωστής, είναι άκυρη και δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, εντεύθεν δε αν αφορά την επίδοση της εκθέσεως κατασχέσεως μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 159 περ. 3 Κ.Πολ.Δ. Η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Συγχώνευση εταιρειών με απορρόφηση και υποκατάσταση της απορροφούσας εταιρείας στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης. Με τη συγχώνευση με απορρόφηση η συγχωνευόμενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενώ η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες.
Αίτηση αναίρεσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προκληθείσας από αδικοπρακτική συμπεριφορά. Για την επιδίωξη επιδίκασης διαφυγόντος κέρδους (αρ. 216 ΚΠολΔ), πρέπει να Συνεπώς πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια στην αγωγή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί λοιπόν η αναφορά των σχετικών με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεων του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών.
Τα ιδιωτικά ακίνητα είναι δυνατό να αποκτήσουν κοινόχρηστο χαρακτήρα εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία τους είναι αποτέλεσμα της βουλήσεως του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο με την ανοχή του ιδιοκτήτη. Εφόσον συντρέχουν, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις αυτές, η κυριότητα του ακινήτου μετατίθεται υπέρ του οικείου Δήμου ή της Κοινότητας χωρίς μεταγραφή. Απόρριψη αίτησης αναίρεσης- απουσία επίκλησης νόμιμου τρόπου απόκτησης της ιδιότητας του κοινοχρήστου από την επίδικη έκταση. Η απόρριψη του ισχυρισμού αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού.
Ένσταση αναιρεσείοντος περί χρησικτηρίας καθέτου ιδιοκτησίας σε κοινό ακίνητο, με την οποία ζητά τη λύση με διανομή και την πώληση με πλειστηριασμό με διάθεση του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των διαδίκων. Καταχρηστική άσληση δικαιώματος: Η νομή επί συστατικού μέρους πράγματος δε συνιστά κτήση κυριότητας με χρησικτησία, ούτε σύσταση οροφοκτησίας.
Για να υπάρξει αγωγή για διατάραξη της νομής επί ακινήτου πρέπει να υπάρχει νομή από τον ενάγοντα, τόσο κατά τον χρόνο της διαταράξεως όσο και κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, την οποία συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές της βουλήσεώς του να το εξουσιάζει ως ιδικό του, και προσβολή αυτής από τον ενάγοντα με διατάραξη παράνομη και χωρίς την βούλησή του γενομένη. Πρέπει να υπάρχει επίσης περιγραφή του ακινήτου προκειμένου αυτό να ταυτοποιηθεί, ήτοι στον προσδιορισμό του κατά την θέση, την έκταση, τα όρια και την ιδιότητά του, συνυφασμένο με την υποβολή συγκεκριμένου και όχι αορίστου αιτήματος, διότι διαφορετικά το δικαστήριο ευρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής υπάρχει έλλειψη των στοιχείων, η άσκηση της αγωγής καθίσταται μη νομότυπη και αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000