Α. ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ
Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν καθορίζεται η χρονική διάρκεια μέσα στην οποία ο εργαζόμενος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και παύει αυτοδίκαια μόλις λήξει ο χρόνος για τον οποίο καταρτίστηκε (ΑΚ.669), χωρίς να απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ.718/19). Η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης μπορεί να συνάγεται και από το είδος ή τον σκοπό της εργασίας.
Η σύμβαση ορισμένου χρόνου λήγει αυτόματα με λήξη του συμφωνημένου χρόνου και δεν απαιτείται καταβολή αποζημίωσης. Μπορεί όμως και να καταγγελθεί πριν την λήξη της με καταγγελία (έκτακτη καταγγελία) εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος. Σύμφωνα με την νομολογία ο σπουδαίος λόγος σχετίζεται κυρίως με τις περιπτώσεις παράβασης των ουσιωδών όρων της σύμβασης όπου δημιουργείται κατάσταση που κάνει απαράδεκτη για εκείνον που κάνει την καταγγελία τη συνέχιση της συμβάσεως, αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ενδεικτικά, ως σπουδαίος λόγος έχει κριθεί από τη νομολογία η ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου, η υβριστική συμπεριφορά προς τον εργοδότη, η μη συμμόρφωση του μισθωτού προς τις οδηγίες του εργοδότη, η μη επιμελής εκτέλεση της εργασίας ή η άρνηση παροχής της, η πρόκληση βλάβης από πρόθεση ή αμέλεια, η μεγάλη απουσία, η διακοπή της εκτελέσεως έργου που είχε αναλάβει ο εργοδότης , όταν ο ίδιος ο μισθωτός με τη συμπεριφορά του είχε καταστήσει μη ανεκτή για τον εργοδότη τη συνέχιση της σύμβασης (Εφ. Θεσ/κης 1520/2006, Α.Π. 283/2009 κ.α.). Αντίθετα, έχει κριθεί ότι δεν συνιστά σπουδαίο λόγο η μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών στοιχείων του εργοδότη, η μη ικανοποιητική πορεία των εργασιών του εργοδότη, η άρνηση του μισθωτού να δεχθεί μετάθεση στο εξωτερικό κ.α.
Στην περίπτωση λήξης της σύμβασης ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν συμπλήρωσης του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε είτε κατόπιν καταγγελίας της για σπουδαίο λόγο, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση, εντός τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της σύμβασης, να υποβάλει ηλεκτρονικά το έντυπο «Ε7: Βεβαίωση – Δήλωση Εργοδότη για Συμβάσεις Ορισμένου Χρόνου ή Έργου» στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ.
Επειδή η σύμβαση ορισμένου χρόνου στην εφαρμογή της οδηγούσε συχνά στην καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων ήδη με τον Ν.2112/20 είχε οριστεί ότι : οι διατάξεις για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου εφαρμόζονται και για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου εάν ο καθορισμός της διαρκείας των δεν δικαιολογείται από την φύση της συμβάσης, αλλά τέθηκε σκόπιμα για καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του νόμου.
Διαχρονικά μέχρι σήμερα νομοθετικές ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου έγιναν με τα ΠΔ. 81/2003 , ΠΔ.180/2004 και στην συνέχεια με το άρθρο 41 του Ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015»(ΦΕΚ Α 152/1.7.2011) προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/EK σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP. Προβλέπεται πλέον ότι :
1. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως : Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης.2. -Σε κάθε περίπτωση οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέση εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν…………
2. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο 1 και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Αν στο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης.
3. Διαδοχικές θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες μέρες. Προκειμένου περί ομίλου επιχειρήσεων για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου στην έννοια του όρου « ίδιου εργοδότη» περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις του ομίλου….»
Β. ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΤΟΜΕΑΣ-ΟΤΑ-ΝΠΔΔ-ΝΠΙΔ.
Με το ΠΔ. 164/2004 Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, προσαρμόστηκε η Ελληνική νομοθεσία όσον αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, που έχει συναφθεί μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα CES, UNICEF και CEEP.
Στις ρυθμίσεις του Π.∆. 164/2004 υπάγεται το προσωπικό που συνδέεται µε σύµβαση ή σχέση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου ή σύµβαση έργου ή άλλη σύµβαση ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε φορείς του δηµόσιου τοµέα όπως αυτός περιγράφεται κατωτέρω : α) ∆ηµόσιες υπηρεσίες β) Ν.Π.∆.∆., µε εξαίρεση την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Επιτροπή Eποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης, γ) Κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισµοί, δ) Νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δηµόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δηµόσιους σκοπούς. ε) Τράπεζες, εφόσον ανήκουν στο νοµικό πρόσωπο του ∆ηµοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία, στ) Θυγατρικές εταιρείες των Ν.Π.∆.∆. και Ν.Π.Ι.∆. των περιπτώσεων βí και δí αντιστοίχως, καθώς και ζ) ∆ηµοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις. ∆εν υπάγονται στο πεδίο εφαρµογής του εν λόγω Π.∆ οι ανώνυµες εταιρείες που είναι εισηγµένες στο Χρηµατιστήριο Αξιών, καθώς και οι φορείς που βάσει ειδικών διατάξεων έχουν εξέλθει του δηµόσιου τοµέα, µε εξαίρεση την περίπτωση ζ.
Συγκεκριμμένα με το ΠΔ. 164/2004 ορίστηκε ότι : 1) οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου. Κατ΄ εξαίρεση και μόνον επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση κάθε φορά που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν.
2) Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ΄ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ΄ εξαίρεση, ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης, λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης, δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη. Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησης του. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου.
3) Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή της προηγούμενης είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. Συνολικός χρόνος διάρκειας απασχόλησης άνω των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών επιτρέπεται μόνον σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας τους, κατηγοριών εργαζομένων που προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία, όπως, ιδίως, διευθυντικά στελέχη, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή οιουδήποτε επιδοτούμενου ή χρηματοδοτούμενου προγράμματος, εργαζόμενοι που προσλαμβάνονται για την πραγματοποίηση έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από συμβάσεις με διεθνείς οργανισμούς.
Σχετικά με θέματα κανονικής αδείας, ορίζεται ότι για το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ισχύει αναλογικά η εργατική νομοθεσία (Π.Δ. 410/1988).
Με τον Ν.4093/12 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013.
Εναντίον της παραπάνω ρύθμισης ως προς την αντισυνταγματικότητα της για την περικοπή των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα κι επιδόματος αδείας για υπαλλήλους ΟΤΑ και Δημοτικής Επιχείρησης με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου μετά από σωρεία προσφυγών έχουν εκδοθεί πολλές εφετειακές αποφάσεις εναντίον της ρύθμισης αυτής.
Τελικά το Συμβούλιο της Επικρατείας με την Ολομέλεια αριθμός 1307/2019 απόφασή του έκρινε ότι η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα.
Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ο Αρειος Πάγος για το θέμα αυτό με την Ολ 8/2011 έκρινε ότι :
“διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει”.
Συντακτική Ομάδα Oenet





