Η άδεια αναψυχής που χορηγείται στους μισθωτούς κάθε χρόνο, αποβλέπει να διακόψουν την εργασία τους για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να αναπαυθούν. Κατά τη διάρκειά της δεν αναστέλλεται η σύμβαση εργασίας, αλλά μόνον η υποχρέωση του εργαζόμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του, ενώ παράλληλα δικαιούται από τον εργοδότη του τον συμφωνηθέντα μισθό ή ημερομίσθιο. Οι εργαζόμενοι μαζί με την άδειά τους δικαιούνται να λάβουν και επίδομα αδείας.
Η χορήγηση της ετήσιας άδειας είναι υποχρεωτική και οποιαδήποτε συμφωνία διαφορετική μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενο κρίνεται άκυρη. Σε περίπτωση μη χορήγησής της προβλέπονται κυρώσεις, όπως μάλιστα προβλέπονται και από την τελευταία απόφαση του Υπουργείου Εργασίας, τη σχετική με τον υπολογισμό των προστίμων για τις εργατικές παραβάσεις.
Έτσι, οι παραβάσεις, που αφορούν την ετήσια κανονική άδεια -ανάλογα με τη σοβαρότητα- χαρακτηρίζονται ως:
Α. ΧΑΜΗΛΗ
- Διατάξεις για την κατάτμηση της άδειας
- Πλημελλής τήρηση βιβλίου ετήσιων κανονικών αδειών
- Εκπρόθεσμη υποβολή Ε11
Β. ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ
- Μη τήρηση βιβλίου ετήσιων κανονικών αδειών
- Μη υποβολή Ε11
Γ. ΥΨΗΛΗ
- Μη καταβολή επιδόματος αδείας και αναλογίας επιδόματος αδείας
Δ. ΠΟΛΥ ΥΨΗΛΗ
- Μη χορήγηση αδείας
- Μη καταβολή πλήρων αποδοχών αδείας ή αναλογίας αυτών
- Μη καταβολή πλήρους αποζημίωσης αδείας ή αναλογίας σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας
- Καταγγελία σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια της ετήσιας κανονικής άδειας
Σημειώνουμε, ότι στην ίδια Απόφαση μπορείτε να δείτε τον τρόπο υπολογισμού και του προστίμου για κάθε μια από τις παραπάνω παραβάσεις. Κι αυτό, γιατί δεν προβλέπονται συγκεκριμένα αριθμητικά ποσά -όπως π.χ. για την ανασφάλιστη εργασία- αλλά αυτό αποτελεί συνισταμένη τόσο της σοβαρότητας, όσο και άλλων κριτηρίων, όπως ο αριθμός των εργαζομένων και πόσο συχνά αυτός αλλάζει, αλλά ακόμα και ο συγκεκριμένος αριθμός των εργαζομένων, που θίγεται από την παράβαση.
Γενικά, περί αδείας ρυθμίζει ο Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3302/2004, και ισχύουν για όλους τους εργαζόμενους ανεξάρτητα με τον τρόπο που αμείβονται (μισθό ή ημερομίσθιο, μικτό σύστημα-ποσοστά, όπως οι σερβιτόροι κ.λπ.) και το είδος της σύμβασης εργασίας (αορίστου ή αορίστου χρόνου) και το είδος της απασχόλησης (πλήρη, μερική, διαλείπουσα, πολλαπλή).
Ο Νόμος μάλιστα απαριθμεί λεπτομερώς τους εργοδότες και τις επιχειρήσεις, που έχουν υποχρέωση να χορηγούν άδεια στους εργαζομένους. Πρόκειται για επιχειρήσεις που αποβλέπουν σε κέρδος: εμπορικές, βιομηχανικές, βιοτεχνικές, μεταφορικές, φορτοεκφορτωτικές (άσχετα με τη μορφή ή την οργάνωσή τους, δηλ. δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, Νοσηλευτικά Ιδρύματα ή Οργανισμοί ιδιωτών, νομικών προσώπων, Οργανισμών δ.δ. ή του Δημοσίου, Σωματεία, Συνεταιρισμοί, θεάματα και λέσχες. Υποχρέωση χορήγησης άδειας στους υπαλλήλους τους έχουν και τα δικηγορικά γραφεία, συμβολαιογραφεία, υποθηκοφυλακεία και όσοι απασχολούν οικιακούς βοηθούς. Επίσης, ρυθμίζει τα της αδείας υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου που απασχολούνται στο Δημόσιο, ΟΤΑ και στα λοιπά ΝΠΔΔ. Επεκτάθηκε δε στους εργάτες –τριες λαχανοκηπουρών, βουστασίων.
Οι στρατευμένοι μισθωτοί δεν δικαιούται μεν άδεια κατά τη διάρκεια της στράτευσης, αλλά αναλογία για το χρόνο πριν από αυτήν ή μετά. Αν πρόκειται για νεοπροσληφθέντα –η στράτευση έγινε κατά το 1ο ή το 2ο έτος της πρόσληψής τους- δικαιούται ποσοστό ετήσιας κανονικής άδειας και σε περίπτωση απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη και μετά την αποστράτευση δικαιούνται επίσης άδεια, στην οποία μάλιστα συνυπολογίζεται και το διάστημα της στρατιωτικής υπηρεσίας, την οποία μάλιστα μπορεί να ζητήσει ακόμα κι αν αποστρατεύτηκε τις τελευταίες ημέρες του χρόνου. Αν πρόκειται για παλαιό εργαζόμενο –η στράτευσή του έγινε μετά το 3ο έτος της πρόσληψής του- κι εφόσον δεν είχε πάρει την άδειά του και δεν είχε ενημερώσει για τη στράτευσή του, δεν δικαιούται αποζημίωση αδείας, γιατί προστατεύεται από το νόμο και δεν απολύεται. Μπορεί όμως να λάβει την άδειά του μετά την αποστράτευσή του, εφόσον επαναλάβει την εργασία του στον ίδιο εργοδότη κι αν όχι αποζημίωση αδείας.
Δεν δικαιούνται ετήσια κανονική άδεια οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις που απασχολούνται μόνο μέλη της οικογένειας του εργοδότη, σε εργασίες γεωργικές, κτηνοτροφικές, δασικές, ναυτιλιακές, αλιευτικές, οι απασχολούμενοι πάρεργα ως μισθωτοί, αλλά κι αυτοί που κατέχουν θέση εποπτείας, διεύθυνσης ή εμπιστευτική .
Σύμφωνα με την Απόφαση Αριθμό 7/2019 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η πολύμηνη απουσία του εργαζόμενου για λόγους υγείας, καθώς εμποδίζεται ο εργαζόμενος να εργασθεί χωρίς να φέρει ευθύνη ο ίδιος για την απουσία από την εργασία του, δεν του στερεί το δικαίωμα σε άδεια και επίδομα αδείας
Το Ν.Σ.Κ. (Γνωμ.557/63) δέχεται ότι η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών δεν αποστερεί το μισθωτό από το δικαίωμα να ζητήσει βάσει του Α.Ν.539/45 την ετήσια με αποδοχές άδειά του, προκειμένου κατά τον σκοπό του νόμου αυτού, να παρασχεθεί η δυνατότητα να αναπαυθεί με αυξημένα οικονομικά μέσα προς αναπλήρωση των αναλωθεισών στην εργασία σωματικών ή πνευματικών δυνάμεών του.
Αντίθετα, ο Α.Π. (Απόφ.161/1967) και τα λοιπά δικαστήρια της ουσίας (Πρωτ.Αθ.6298/64 Πρωτ.Τρικαλ.77/67) δέχεται ότι αυτός που επανέρχεται από την άδεια χωρίς αποδοχές, δεν δικαιούται και κανονικής αδείας κατά τον Α.Ν.539/45, καθόσον με την χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών έχει εκπληρωθεί ο σκοπός του παραπάνω Νόμου.
Το Υπουργείο Εργασίας συντάσσεται με την άποψη του Ν.Σ.Κ. καθόσον έχει την γνώμη ότι αφενός μεν με τη σύμβαση παροχής αδείας χωρίς αποδοχές, τεκμηριώνεται θέληση του εργοδότη να αναγνωρίσει τον χρόνο της άδειας χωρίς αποδοχές ως χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, αφετέρου δε ο μισθωτός που έτυχε άδειας άνευ αποδοχών είναι δυνατό να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις κατά το χρόνο αυτής, όπως συμβαίνει στην περίπτωση μετεκπαιδεύσεως στο εξωτερικό και συνεπώς επανερχόμενος από την άδεια άνευ αποδοχών, δικαιούται τόσο την κανονική άδεια με αποδοχές βάσει του Ν.1346/83 όσο και το επίδομα αδείας βάσει του άρθρου 3 παρ.16 του Ν.4504/66.
Το Υπ. Εργασίας με το υπ’αρ.1896/28.8.97 έγγραφό του επανερχόμενο για το θέμα αυτό έχει την άποψη ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι σε κάθε περίπτωση χορήγησης αδείας άνευ αποδοχών, οφείλεται στον εργαζόμενο και η κανονική ετήσια άδεια με αποδοχές. Μόνο αν πρόκειται περί απολύτως δικαιολογημένης απουσίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος που έτυχε της άδειας αυτής άνευ αποδοχών είναι δυνατόν, να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις (όπως στην άδεια άνευ αποδοχών για μετεκπαίδευση), δικαιούται τόσο την κανονική άδεια με αποδοχές βάσει του Ν.1346/83 όσο και το επίδομα αδείας βάσει του άρθρου 3 παρ.16 του Ν.4504/66.
Για τους παραπάνω λόγους η άδεια άνευ αποδοχών θα πρέπει να χορηγείται μετά την εξάντληση της κανονικής αδείας ή να συμφωνείται η τύχη της κανονικής αδείας κατά τη χορήγηση της άδειας άνευ αποδοχών.
Θα μπορούσαμε ίσως να διατυπώσουμε την άποψη ότι αν ένας εργαζόμενος κάνει χρήση της άδειας άνευ αποδοχών, μπορεί να μην λάβει την κανονική άδεια, δικαιούται όμως τις αποδοχές της άδειας και του επιδόματος αδείας.
Προϋποθέσεις για χορήγηση άδειας: Επισημαίνεται ότι με τον Ν. 3302/2004 έχει τροποποιηθεί το καθεστώς χορήγησης της άδειας, ενώ διευκρινιστικά στοιχεία δόθηκαν αργότερα με την Εγκύκλιο 3392/2005 του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοιν. Προστασίας, που παραθέτουμε.
Όσον αφορά εποχιακές επιχειρήσεις ή εποχιακούς εργαζόμενους (π.χ. ξενοδοχειακές επιχειρήσεις) οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τη λήξη της εποχιακής απασχόλησης άδεια δύο (2) ημερών κατά μήνα απασχόλησης, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη για άλλο λόγο αποζημίωση. Επισημαίνουμε ότι για την εποχιακή απασχόληση σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει προϋπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη, λαμβάνουν αναλογία αδείας 2,5 ημερών κατά μήνα απασχόλησης και το αντίστοιχο επίδομα αδείας με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων.
Βάση υπολογισμού του ύψους των αποδοχών αδείας και του αντίστοιχου επιδόματος αποτελούν οι συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα ελάμβανε ο εργαζόμενος αν ασχολούνταν κανονικά για το διάστημα αυτό . Στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται τόσο ο πάγιος μισθός ή το ημερομίσθιο (καθορισμένο από ΣΣΕ ή ΔΑ ή συμφωνία) όσο και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές παροχές, είτε σε χρήμα είτε σε είδος (π.χ. τροφή, κατοικία, επιδόματα, ποσοστά, προμήθειες κ.ο.κ.), που εμφανίζουν συχνότητα επανάληψης και δίδονται σαν αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας κι όχι χαριστικά. Δεν αποτελούν μέρος των τακτικών αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται οι αντίστοιχες της άδειας τα οδοιπορικά, τα έξοδα κίνησης, καθώς και η αποζημίωση των εκτός έδρας. Για τον υπολογισμό των πρόσθετων παροχών αθροίζουμε τα ποσά που έλαβε ο εργαζόμενος κατά το διάστημα που αφορά και η άδεια και το διαιρούμε με τον αριθμό των εργάσιμων ημερών του παραπάνω διαστήματος και βρίσκουμε τη μέση ημερήσια αμοιβή, την οποία προσθέτουμε στην ημερήσια τακτική αμοιβή του εργαζομένου.
Για τους μισθωτούς που αμείβονται κατ’ αποκοπή με άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών, το ύψος των αποδοχών αδείας βρίσκονται με τον πολλαπλασιασμό του μέσου όρου των ημερήσιων αποδοχών που έλαβαν από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου ημερολογιακού έτους. Για μισθωτούς που αμείβονται με ποσοστά σε βάρος των πελατών της επιχείρησης (π.χ. σερβιτόροι), οι αποδοχές υπολογίζονται με βάση το τεκμαρτό ημερομίσθιο, που καθορίζει το ΙΚΑ για τις ασφαλιστικές εισφορές. Αν είναι μικρότερο του κατώτατου ημερομίσθιου του ανειδίκευτου εργάτη, που καθορίζεται από την ΕΓΣΣΕ, τότε ισχύει αυτό. Σε περίπτωση αμειβόμένου με μικτό σύστημα (σταθερές+ κυμαινόμενες αποδοχές) οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας υπολογίζονται χωριστά. Θα λάβουν αφενός μεν τις σταθερές αποδοχές, που θα ελάμβαναν αν εργάζονταν κατά τη διάρκεια της άδειας και αφετέρου τον μέσο όρο των κυμαινόμενων αποδοχών, που έλαβαν από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου ημερολογιακού έτους ή από την πρόσληψή τους.
Εργαζόμενοι με μειωμένη απασχόληση λαμβάνουν την άδεια με βάση τις μειωμένες αποδοχές τους.
Για εργαζόμενους με ωρομίσθιο χωρίς σταθερές ώρες ημερήσιας απασχόλησης και ως εκ τούτου καθημερινές αποδοχές, για να βρούμε το ύψος των αποδοχών: διαιρούμε το συνολικό αριθμό των ωρών που απασχολείται ο μισθωτός σε μια εβδομάδα δια του έξι και το πηλίκο που αντιπροσωπεύει το μέσο όρο της ημερήσιας απασχόλησης, τον πολλαπλασιάζουμε με το ποσό της καταβαλλόμενης ωριαίας αμοιβής. Το αποτέλεσμα αντιπροσωπεύει το ημερομίσθιο
Χρονική στιγμή χορήγησης άδειας: Σύμφωνα με τις τελευταίες αλλαγές στον Ν.539/45 όπως ισχύει σήμερα μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις με τον Ν.4808/21 άρθρο 61 :" η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού. Η δικαιούμενη, κατ' έτος, άδεια πρέπει να εξαντλείται μέχρι το πρώτο τρίμηνο του επόμενου ημερολογιακού έτους”.
Κατά παρέκκλιση των παραπάνω, λόγω των εξαιρετικών συνθηκών που δημιούργησε η πανδημία COVID-19 στην κοινωνία με το άρθρο 132 του Ν.4808/21 στις επιχειρήσεις-εργοδότες με εργαζόμενους των οποίων οι συμβάσεις είχαν τεθεί σε αναστολή συνεχώς ή κατά τμήματα από τον Μάρτιο 2020 και συνεχίζουν να τελούν σε αναστολή μέχρι 30 Ιουνίου 2021 δίνεται η δυνατότητα να μεταφέρουν το σύνολο ή το υπόλοιπο των δικαιούμενων ημερών της ετήσιας κανονικής άδειας του έτους 2020, κατά τμήματα και έως τις 31.12.2022.
Με το άρθρο 61 του Ν.4808/2021 ορίζεται ότι παρατείνεται το χρονικό διάστημα εντός του οποίου δύναται να χορηγηθεί η ετήσια κανονική άδεια των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, με την εν λόγω τροποποίηση δίνεται πλέον η δυνατότητα εξάντλησης της ετήσιας κανονικής άδειας εκάστου έτους έως και τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους.
Για παράδειγμα, η ετήσια άδεια για το έτος 2021 πρέπει να χορηγηθεί το αργότερο μέχρι το τέλος Μαρτίου 2022. (Δείτε εδώτη σχετική εγκύκλιο)
Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται αίτηση του εργαζόμενου για να του χορηγηθεί η ετήσια άδεια, παρά μόνο διατύπωση της αξίωσης για τον προσδιορισμό του χρονικού διαστήματος, που επιθυμεί να τη λάβει. Η περίοδος χορήγησης των αδειών καθορίζεται μετά από συμφωνία εργοδότη και εργαζομένων ώστε να μην δυσχεραίνεται η ομαλή λειτουργία της επιχείρησης. Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία και ο εργαζόμενος διατυπώσει σχετική αξίωση, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να τη δώσει εντός διμήνου. Πάντως, από το νόμο επιβάλλεται το μισό τουλάχιστο του προσωπικού της επιχείρησης να πάρει την άδειά του κατά τη θερινή περίοδο (1η Μαίου-30 Σεπτεμβρίου). Ο εργοδότης υποχρεούται να δώσει την άδεια μέχρι τη λήξη του έτους. Αυτή δεν μεταφέρεται και αν δεν δοθεί ο παραβάτης εργοδότης υπόκειται στις προβλεπόμενες κυρώσεις. Επίσης, είναι άκυρη οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότη-εργαζόμενου ο τελευταίος, αν και έχει λάβει τις αποδοχές αδείας- να εργαστεί κατά τη διάρκειά της ακόμα και του καταβληθεί επιπλέον μισθός. Η άδεια πρέπει να είναι συνεχής (σε αλλεπάλληλες εργάσιμες ημέρες) και μάλιστα για τους ανήλικους εργαζόμενους αυτή πρέπει να χορηγείται κατά τις θερινές σχολικές διακοπές, εκτός αν ζητήσει διαφορετικά ο ανήλικος, αλλά κι αυτό μόνο για το μισό της άδειας. Τέλος, οι εργαζόμενοι που είναι ανάπηροι (προστατεύονται από το άρθρο 1 παρ. 4 Ν. 2643/1998) δικαιούνται επί πλέον της κανονικής έξι (6) εργάσιμες ημέρες με αποδοχές.
Διαδικασία χορήγησης αδείας-Τμηματική χορήγηση άδειας: Περίπτωση 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012:
Η διάταξη της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.14 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 συμπληρώνει το άρθρο 8 του Ν.549/77 κατά το μέρος που κύρωσε το άρθρο 7 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ και όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 6 του Ν.3846/10 και προβλέπει συνολικά πλέον τα εξής:
α)Είναι επιτρεπτή από τον εργοδότη η κατάτμηση του χρόνου αδείας εξαιτίας ιδιαίτερα σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης που προκύπτει στο πλαίσιο της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Η κατάτμηση μπορεί να γίνει σε δυο περιόδους εντός του αυτού ημερολογιακού έτους. Η πρώτη περίοδος της άδειας που χορηγείται με αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να είναι μικρότερη των έξι (6) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας και των πέντε (5) εργάσιμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο.
β) ι) Επιτρέπεται η κατάτμηση του χρόνου αδείας και σε περισσότερες των δυο περιόδων. Η διαδικασία αυτή, η οποία προβλέπει έγγραφη αίτηση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, θα πρέπει να περιλαμβάνει την χορήγηση ενιαίου τμήματος αδείας δέκα (10) εργασίμων ημερών επί πενθημέρου ή δώδεκα (12) εργάσιμων ημερών επί εξαημέρου εβδομαδιαίας εργασίας ή δώδεκα (12) εργασίμων ημερών, εάν πρόκειται για ανήλικο εργαζόμενο. Η παραπάνω διαδικασία υπάγεται στις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας για την άδεια, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγηση αδείας ή τμήματος αδείας από τον εργοδότη στον εργαζόμενο μετά από συνεννόηση των δυο μερών (άρ.4 του ΑΝ 539/45 όπως ισχύει).
β) ιι) Νέα διάταξη η οποία συμπληρώθηκε με το ν. 4093/2012
Σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που απασχολούν τακτικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτακτο–εποχικό προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και παρουσιάζουν, σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο του έτους, μεγάλη σώρευση εργασίας εξαιτίας του είδους ή του αντικειμένου εργασιών τους, ο εργοδότης μπορεί, με απόφασή του, να χορηγεί στο τακτικό προσωπικό το ενιαίο τμήμα των 10 ή 12 εργάσιμων ημερών αδείας, επί πενθημέρου ή εξαημέρου αντίστοιχα, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του ημερολογιακού έτους, εντός του οποίου πρέπει\ να χορηγηθεί η άδεια και ιδιαιτέρως σε σημείο κατά το οποίο έχει μειωθεί η ιδιαίτερη ένταση εργασίας.
Η συγκεκριμένη απόφαση του εργοδότη για τη χορήγηση του τμήματος αδείας των δυο (2) εργάσιμων εβδομάδων, καθώς και η αίτηση του εργαζομένου για κατάτμηση αδείας δεν απαιτούν έγκριση από την Κοινωνική Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά διατηρούνται επί πέντε (5) έτη στην επιχείρηση και είναι στην διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας.
Όλες οι παραπάνω ρυθμίσεις υπάγονται σε όλες τις σχετικές ρυθμίσεις της νομοθεσίας για την άδεια
Ομαδική χορήγηση άδειας: Το σύστημα της ομαδικής χορήγησης των αδειών στο προσωπικό της επιχείρησης, η οποία παράλληλα διακόπτει τις εργασίες της δεν προβλέπεται από τη νομοθεσία, αλλά και δεν απαγορεύεται. Στηρίζεται δε στην καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ), στην οποία προσκρούει η τυχόν άρνηση του μισθωτού να πάρει την άδειά του κατά την περίοδο που η επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία της, ενώ κι ο εργοδότης θα πρέπει να προγραμματίσει έγκαιρα την ομαδική χορήγηση των αδειών κατά το διάστημα 1η Μάιου μέχρι 30η Σεπτεμβρίου. Έτσι κι αλλιώς στο διάστημα αυτό θα πρέπει να δώσει τις άδειες του μισού προσωπικού.
Το σύστημα της ομαδικής χορήγησης της άδειας παρουσιάζει και ορισμένα προβλήματα: Οι μισθωτοί που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας κατά τη διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά θα τις συμπληρώσουν αργότερα κατά το τρέχον έτος, θα πάρουν την άδεια μπροστά από το νόμιμο χρόνο. Σε περίπτωση που δεν συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις κατά το τρέχον έτος της χορήγησης της ομαδικής άδειας, αν γνώριζαν ότι η επιχείρηση εφαρμόζει το σύστημα αυτό, τότε δεν θα εργαστούν όπως οι άλλοι μισθωτοί, αλλά και δεν θα πληρωθούν κατά το χρόνο της αποχής τους από την εργασία, ενώ αντίθετα αν δεν το γνώριζαν ή θα εργαστούν κανονικά ή δεν θα εργαστούν αλλά θα πληρωθούν κανονικά τις αποδοχές του χρόνου της αποχής τους από την εργασία (άρθρο 656 ΑΚ περί υπερημερίας). Τέλος, οι μισθωτοί, που δικαιούνται μικρότερη άδεια από το χρόνο της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης, δικαιούνται να λάβουν τις αποδοχές ολόκληρου του χρόνου της διακοπής και όχι μόνο του χρόνου της άδειάς τους, εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία.
Δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες αδείας οι ημέρες απουσίας λόγω βραχείας ασθένειας (ή ατυχήματος), στράτευσης, απεργίας και ανώτερης βίας, μητρότητας, λουτροθεραπείας (θεωρείται αποχή λόγω ασθένειας), υποχρεωτικής αποχής του μισθωτού λόγω πειθαρχικής ποινής και συμμετοχής σε νόμιμη απεργία (το αντίθετο ισχύει σε περίπτωση συμμετοχής σε παράνομη ή καταχρηστική απεργία, Απόφ. ΑΠ 27/2004). Επίσης, δεν περιλαμβάνονται οι Κυριακές, οι εξαιρέσιμες εορτές και οι ημέρες ασθένειας.. Δηλαδή, η άδεια παρατείνεται τόσες ημέρες ανάλογα με τις ημέρες αργίας ή ασθένειας. Αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση που μια εξαιρέσιμη αργία συμπίπτει με Κυριακή. Οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο , όμως, δικαιούνται να λάβουν ένα επιπλέον (πέραν των αποδοχών της άδειας τους), όταν κατά τη διάρκειά της εμπίπτει εξαιρέσιμη εορτή (άρθρο 3 παρ. 1 ΑΝ 539/45)
Κυρώσεις για μη χορήγηση άδειας: Πέραν των προστίμων που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία και παραθέτουμε στην αρχή του παρόντος άρθρου προβλέπονται και κυρώσεις : α) Ποινικές: Ο παραβάτης τιμωρείται (άρθρο 5 παρ. 7 ΑΝ 539/45) με χρηματική ποινή και φυλάκιση μέχρι 6 μήνες και β) Αστικές: Εφόσον ευθύνεται ο εργοδότης για τη μη χορήγηση της κανονικής άδειας και αφού διαπιστωθεί η παράλειψη αυτή από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Απασχόλησης, υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών της αδείας του αυξημένες κατά 100% Προκειμένου για εργαζόμενους σε Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ με σύμβαση ι.δ. σε αυτή την περίπτωση η αποζημίωση είναι ίση με τις αποδοχές της αδείας, προσαυξημένες όμως μόνο κατά 25%.
Παραγραφή: Η αξίωση του μισθωτού για τη χορήγηση της άδειας παραγράφεται μετά την παρέλευση 5ετίας (άρθ. 250 παρ. 17 ΑΚ), γιατί οι αποδοχές της θεωρούνται μισθός. Το ίδιο ισχύει και για την αξίωση της προσαύξησης 100%.
Απαγορεύεται, τέλος, η απόλυση του εργαζόμενου κατά τη διάρκεια της άδειας. Η απαγόρευση είναι απόλυτη και μια τέτοια απόλυση είναι άκυρη. Δεν έχει σημασία αν αυτή έγινε με υπαιτιότητα του εργοδότη ή του εργαζόμενου ή αν έγινε ακόμα και την τελευταία ημέρα της άδειας (άρθ. 5 παρ. 6 ΑΝ 539/45). Αν και στον νόμο δεν διευκρινίζεται αν η απαγόρευση αυτή αφορά την ετήσια άδεια ή και τις άλλες περιπτώσεις αδειών (πχ. αναρρωτική) ο Άρειος Πάγος με την με αριθμό 402/2014 απόφασή του έκρινε ότι : “Η απαγόρευση της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως αφορά μόνο την καταγγελία κατά τη διάρκεια της αδείας αναψυχής και όχι τις περιπτώσεις άλλων αδειών, όπως είναι η αναρρωτική.”
ΒΙΒΛΙΟ ΑΔΕΙΩΝ: Σύμφωνα και με τον Ν. 4254/2014-ΦΕΚ 85/Α/2014-Άρθρο πρώτο-ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α-, και συγκεκριμένα την ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟ ΙΑ.5-ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΜΕΙΩΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ:
«3α. Κάθε εργοδότης οφείλει να τηρεί ειδικό βιβλίο, το οποίο δύναται να είναι και σε μορφή μηχανογραφημένων σελίδων.
Το ειδικό βιβλίο ή οι μηχανογραφημένες σελίδες πρέπει να φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, την ένδειξη «Βιβλίο αδειών» και να περιλαμβάνει τις παρακάτω στήλες:
Ονοματεπώνυμο μισθωτών, ημερομηνία πρόσληψης, αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας, χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας αδείας, αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας. Ειδικώς, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμπληρώνονται στο σύνολό τους μέχρι το τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους λήψης της κανονικής άδειας.
Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε. που ασκούν τον έλεγχο και την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος.
β. Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας ΣΕΠΕ-ΟΑΕΔ IKA-ETAM, με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ», εντός του μηνός Ιανουαρίου, στοιχεία των εργαζομένων που έλαβαν την ετήσια άδεια και το επίδομα αδείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος.
Πρόκειται για το γνωστό Έντυπο Ε11, για τη συμπλήρωση του οποίου έχουν δοθεί συγκεκριμένες οδηγίες για πιο εξειδικευμένες περιπτώσεις, όπως πως απεικονίζεται στο Ε11 η μη χορήγηση του συνόλου ή μέρους της δικαιούμενης αδείας, εάν ο λόγος είναι η αντικειμενική αδυναμία χορήγησής της, εκ μέρους του εργοδότη, όπως ιδίως λόγω μακροχρόνιας ασθένειας, ειδικών αδειών που οφείλονται σε εγκυμοσύνη/μητρότητα, άδειας άνευ αποδοχών, στράτευσης κ.λ.π., του εργαζομένου.
Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, σε βάρος του εργοδότη, κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 3996/2011 (Α/170) όπως ισχύει.
Με υπουργική απόφαση δύναται να ρυθμίζεται κάθε όρος και αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσης.»
Ι. Ρύθμιση άδειας κατά το 1ο ημερολογιακό έτος: -Με τη νέα παρ.1β του A.N.539/1945 καθιερώνεται για το πρώτο ημερολογιακό έτος -εντός του οποίου προσελήφθη ο μισθωτός, υποχρέωση του εργοδότη να χορηγεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου αναλογία -ποσοστό των ημερών αδείας που δικαιούται ο μισθωτός βάσει του χρονικού διαστήματος απασχόλησης στο έτος αυτό.
Η αναλογία της άδειας, η οποία υπολογίζεται επί των 20 -επί πενθημέρου-και -των 24 -επί εξαημέρου-ημερών, θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη έως την 31η Δεκεμβρίου του ημερολογιακού έτους πρόσληψης ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί από τους εργαζόμενους (άρ.4 του Α.Ν.539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.15 του άρ.3 του Ν.4504/1966).
Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρ.3 του Ν.Δ.3755/1957 , καθώς και τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση μη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσμα, αμέλεια), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος εντός του ημερολογιακού έτους, υποχρεούται να καταβάλλει σε αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%.
ΙΙ. Ρύθμιση άδειας κατά το 2ο ημερολογιακό έτος: Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει τμηματικά την άδειά του, η οποία αναλογεί στο χρόνο απασχόλησής του στο δεύτερο αυτό έτος, στον Οικείο εργοδότη
Η αναλογία της άδειας υπολογίζεται εκ νέου, όπως και κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, με βάση τις 20 ημέρες επί πενθημέρου και τις 24 ημέρες επί εξαημέρου.
Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού και κατά το χρονικό σημείο συμπληρώσεως 12 μηνών από την ημερομηνία πρόσληψης, η άδεια επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα. Ως εκ τούτον, η άδεια κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, η οποία θα πρέπει να χορηγηθεί από τον εργοδότη αναλογικός ή ολόκληρη στο τέλος, έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους αυτού, φθάνει στο ύψος των 21 επί πενθημέρου και 25 επί εξαημέρου, εργάσιμων ημερών. Συνεπώς, η μη χορήγησή της συνεπάγεται την υποχρέωση της καταβολής των αντιστοίχων αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100%, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που αναφέρθησαν για το πρώτο ημερολογιακό έτος (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λ.π.).
ΙΙΙ. Ρύθμιση άδειας κατά το τρίτο και επόμενα ημερολογιακά έτη: Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, καθώς και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή, θα φθάσει τις 22 ημέρες επί πενθημέρου και τις 26 επί εξαημέρου, εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη απασχόλησης εντός του τρίτου αυτού ημερολογιακού έτους.
Ο εργοδότης και σ΄ αυτή την περίπτωση υποχρεούται να χορηγεί την άδεια μέχρι 31 Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, με τις συνέπειες που προαναφέρθησαν στην περίπτωση μη χορήγησής της και εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που μνημονεύθησαν για τα δύο πρώτα ημερολογιακά έτη (υπαιτιότητα του εργοδότη λόγω πταίσματος, αμέλειας, άρνησης κ.λ.π.).
Η διάταξη του άρ.1 του Ν.3302/2004, όπως και αυτή του άρ.6 του N.3144/2003 αναφέρει ρητώς ότι η ετήσια άδεια με αποδοχές, καθώς και το επίδομα αδείας διέπονται και από τις λοιπές οικείες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου εξασφαλίζεται η συνέχεια της ισχύος των κειμένων διατάξεων που αφορούν το μηχανισμό και τον τρόπο χορήγησης της άδειας και του επιδόματος αδείας.
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ
Όσον αφορά στο επίδομα αδείας, τονίζονται τα εξής: Όπως είναι γνωστό, κάθε εργαζόμενος μαζί με την άδεια δικαιούται αποδοχές αδείας καθώς και επίδομα αδείας (άρ.3, παρ.16 Ν.4504/1966). Το δικαίωμα λήψης επιδόματος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής αδείας και υπολογίζεται όπως και ο αποδοχές αδείας -είναι δηλαδή ίσες προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό ότι δε δύναται να υπερβεί για όσους μεν αμείβονται με μισθό, το μισό μισθό, για όσους δε αμείβονται με ημερομίσθιο ή ωρομίσθιο ή ποσοστά, τα 13 ημερομίσθια. Ως εκ τούτου, οι μισθωτοί οι οποίοι λαμβάνουν τμήμα ή ολόκληρη την άδεια, δικαιούνται και ανάλογες αποδοχές επιδόματος αδείας τόσο για το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος, όσο και για τα επόμενα έτη.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με 5νθήμερη απασχόληση και προϋπηρεσία μέχρι 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε οποιονδήποτε
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12 |
20/12 ανά μήνα μέχρι εξαντλήσεως συνολικών ημερών αδείας ή2 ημέρες |
2/25 μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ α)Από 1/1 μέχρι τη συμπλήρωση 12μηνου από την πρόσληψη |
20/12 ανά μήνα απασχόλησης |
2 ημερομίσθια(24/12) ή 2/25 του μισθού ανά μήνα απασχόλησης |
Ίσο με τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό του ½ μισθού ή 13 ημερομισθίων |
|
β)Από τη συμπλήρωση 12μηνου από προσλήψεως μέχρι 31/12 |
21/12 ανά μήνα απασχόλησης |
2,08333/25 του μισθού ή 25/12 ημερομίσθια |
Ίσο με τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό του ½ μισθού |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ α)μέχρι συμπληρωμένα 2 έτη |
21 ημέρες |
1 μισθός ή25 ημερομίσθια |
Ίσο με τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό του ½ μισθού ή 13 ημερομισθίων |
|
β)από συμπληρωμένα 3 έτη |
22 ημέρες |
1 μισθός ή26 ημερομίσθια |
Ίσο με τις αποδοχές αδείας με τον περιορισμό του ½ μισθού ή 13 ημερομισθίων |
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με 5νθήμερη απασχόληση με συνολική προϋπηρεσία 12 ετών και άνω σε οποιονδήποτε εργοδότη
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12- |
25/12 ανά μήνα |
2,5/25 μηνιαίου μισθού ή 2,5 ημερομίσθια για κάθε μήνα |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή 13 ημερομισθίων |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ |
25/12 ανά μήνα |
2 ημερομίσθια(24/12) |
Ίσο με τις αποδοχές με περιορισμό μισού μισθού ή 13 ημερομισθίων |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ |
25 ημέρες |
30/25 μισθού ή30 ημερομίσθια |
Ίσο με τις αποδοχές με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
Με το άρθρο 3 της ΕΓΣΣΕ 2008-2009 υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες (-τριες) με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από 1-1-2008 μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας δικαιούνται μια (1) επιπλέον εργάσιμη, δηλ. 26 ημέρες
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ (Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με 6ήμερη απασχόληση και προϋπηρεσία μέχρι 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε οποιονδήποτε
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12 |
2 ημέρες (24/12 ανά μήνα) |
2/25 μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ α)Από 1/1 μέχρι τη συμπλήρωση 12μηνου από την πρόσληψη |
2 ημέρες (24/12) ανά μήνα |
2 ημερομίσθια ή 2/25 του μισθού ανά μήνα απασχόλησης |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
Β)Από τη συμπλήρωση 12μηνου από προσλήψεως μέχρι 31/12 |
25/12 ανά μήνα απασχόλησης |
2,08333/25 του μισθού ή 25/12 ημερομίσθια |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ α)μέχρι συμπληρωμένα 2 έτη |
25 ημέρες |
1 μισθός ή25 ημερομίσθια |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
Β)από συμπληρωμένα 3 έτη |
26 ημέρες |
1 μισθός(+τόσα /25 όσες ημέρες λαμβάνονται από επόμενο μήνα ή 26 ημερομίσθια |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με 6ήμερη απασχόληση με συνολική προϋπηρεσία 12 ετών και άνω σε οποιονδήποτε εργοδότη
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12 |
30/12=2,5 ημέρες ανά μήνα |
2,5/25 μηνιαίου μισθού ή 2,5 ημερομίσθια για κάθε μήνα |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ |
30/12=2,5 ημέρες ανά μήνα |
2,5/25 μηνιαίου μισθού ή 2,5 ημερομίσθια για κάθε μήνα από 1/1-31/12 |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ |
30 ημέρες |
30/25 μισθού ή30 ημερομίσθια |
Ίσο με αποδοχές αδείας με περιορισμό μισού μισθού ή13 ημερομισθίων |
Με το άρθρο 3 της ΕΓΣΣΕ 2008-2009 υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες (-τριες) με οποιαδήποτε σχέση εργασίας από 1-1-2008 μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας δικαιούνται μια (1) επιπλέον εργάσιμη, δηλ. 31 ημέρες
Χορήγηση ετήσιας άδειας σε περίπτωση διαλείπουσας και εκ περιτροπής εργασίας
Κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον εργοδότη και οι μισθωτοί που εργάζονται με το σύστημα της διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας (με ενδιάμεσες ή περιοδικές διακοπές) μπορούν να λάβουν άδεια, εφόσον συμπληρώσουν 12 μήνες σχέση εργασίας (και όχι συνεχή απασχόληση) στον ίδιο εργοδότη. Η άδεια αυτή είναι ίση με το 1/12 της άδειας που δικαιούται ένας συνεχώς εργαζόμενος, για κάθε μήνα απασχόλησης από την ημέρα της πρόσληψής του (αν πρόκειται για άδεια που χορηγείται για πρώτη φορά) ή από την ημέρα που πήρε την προηγούμενη άδεια.
Για τον υπολογισμό της άδειας αυτής σαν μήνας προσμετρώνται 25 ημέρες απασχόλησης. (τυχόν κλάσμα που υπερβαίνει τη μισή μέρα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.
Με έγγραφότου το Υπουργείο Εργασίας αποσαφηνίζει τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας σε εκ περιτροπής απασχόληση.
Να υπενθυμίσουμε, βέβαια, τον τρόπο υπολογισμού γενικότερα των αποδοχών. Η εκ περιτροπής είναι μορφή μερικής απασχόλησης, οπότε, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του συγκρίσιμου εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης.
Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Ο τρόπος αμοιβής δεν μεταβάλλεται π.χ. από αμοιβή με μισθό σε αμοιβή με ημερομίσθιο.
Για εκ περιτροπής απασχόληση 4 ημερών την εβδομάδα με αντίστοιχο πλήρες ωράριο 40 ωρών την εβδομάδα πενθήμερης εργασίας και με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1200 ευρώ πλήρους απασχόλησης, ο υπολογισμός των μικτών μηνιαίων αποδοχών γίνεται με βάση το ωρομίσθιο.
Το ωρομίσθιο των αμειβόμενων με μηνιαίο μισθό 1200 ευρώ είναι 1200/25 X 6/40=7.2€. Στη συνέχεια, για να υπολογιστεί ο μηνιαίος μισθός του εν λόγω εργαζόμενου με το συγκεκριμένο σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, υπολογίζονται οι εβδομαδιαίες αποδοχές με τις 32 ώρες απασχόλησης την εβδομάδα (ωρομίσθιο επί τις ώρες απασχόλησης εβδομαδιαίως, δηλ. 7.2X32=230.40) και ό,τι προκύπτει διαιρείται δια 6 και πολλαπλασιάζεται στη συνέχεια επί 25, με βάση τη γενική αρχή του δικαίου ότι ο μηνιαίος μισθός αντιστοιχεί κατά μέσο όρο, σε 25 εργάσιμες ημέρες, στις 6 δηλαδή ημέρες της κάθε εβδομάδας, δηλ. (230.40/6)X25=960 ευρώ.
Εναλλακτικά θα μπορούσε να υπολογιστεί ως τα 4/5 (ή 32/40) του 1200 (1200Χ4/5=960€).
Αντίστοιχα, για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιο βρίσκεται πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιό τους επί 6/40 (30X6/40=4.5€). Στη συνέχεια υπολογίζονται οι εβδομαδιαίες αποδοχές του εν λόγω εργαζόμενου για 32 ώρες εργασίας την εβδομάδα 32X4.5=144€. και το ημερομίσθιο της αντίστοιχης εκ περιτροπής απασχόλησης ανέρχεται σε 144/4=36€, οι δε μηνιαίες αποδοχές του εν λόγω εργαζόμενου θα υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας το ανωτέρω ημερομίσθιο (των 36 ευρώ) επί τον αριθμό των πραγματοποιηθέντων ημερομισθίων κάθε μήνα.
Δεχόμενοι ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4.33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6) οι μηνιαίες αποδοχές του εν λόγω εργαζόμενου είναι 144Χ4.33=624€.
Στη συνέχεια υπολογίζουμε τις αποδοχές αδείας
Μικτές αποδοχές
Ημέρες αδείας
- Για το πρώτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 20 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το πρώτο ημερολογιακό έτος.
- Ως εκ τούτου εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, επί παραδείγματι, έξι (6) μήνες και 96 ημέρες συνολικά (16 ημέρες μηνιαίως), κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής: 96 συνολικά εργάσιμες ημέρες /25=3,84=4.
Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 20 ημερών, δηλ. 20/12=1,7=2. Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2Χ4= 8 ημέρες, περίπου.
- Για το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 21 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το δεύτερο ημερολογιακό έτος.
- Ως εκ τούτου εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί συνολικά 192 ημέρες, κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής: 192 συνολικά εργάσιμες ημέρες /25=7.68=8. Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 21 ημερών, δηλ. 21/12=1,75=2. Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2Χ8=16 ημέρες, περίπου.
- Για το τρίτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 22 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το τρίτο ημερολογιακό έτος.
- Ως εκ τούτου εάν ο εργαζόμενος απασχοληθεί συνολικά 192 ημέρες, κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, δικαιούται άδεια ως εξής: 192 συνολικά εργάσιμες ημέρες /25=7.68=8.
Η αναλογία αυτή πολλαπλασιάζεται με το 1/12 των 22 ημερών, δηλ. 22/12=1,83=2. Σύνολο δικαιούμενων ημερών 2Χ8=16 ημέρες, περίπου.
- Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω υπολογισμοί εξαρτώνται πάντοτε από τις πραγματικές εργάσιμες ημέρες που θα προκύψουν κατά την διάρκεια του έτους.
Αποδοχές αδείας
- Για κάθε ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος δικαιούται ως αποδοχές αδείας, τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν το αντίστοιχο χρονικό διάστημα της αδείας του.
Επίδομα αδείας
- Για το πρώτο ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος δικαιούται επίδομα αδείας ίσο με τις αποδοχές αδείας. Το ποσό αυτό του επιδόματος δε μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 13 ημερομίσθια.
- Για το δεύτερο και τρίτο ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος δικαιούται πλήρες επίδομα αδείας, ήτοι στην περίπτωσή που αναφέρεται στο έγγραφό σας (4 ημέρες εβδομαδιαίως) 13 ημερομίσθια συνολικά.
Παραθέτουμε και Πίνακα στον οποίον αποτυπώνονται οι ημέρες αδείας, ως και οι αποδοχές και το επίδομα.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με πάσης φύσεως διαλείπουσα απασχόληση και προϋπηρεσία μέχρι 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε οποιονδήποτε
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟ ΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12 |
2 ημέρες ανά 25 ημέρες εργασίας ή 0,08Χημέρες |
2 ημερομίσθια ή2/25 του μισθού για κάθε25 ημέρες εργασίας |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ α)Από 1-1 μέχρι τη συμπλήρωση 12μηνου |
2 ημέρες ανά 25 ημέρες εργασίας |
2 ημερομίσθια ή2/25 του μισθού για κάθε25 ημέρες εργασίας |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
β)Από τη συμπλήρωση12μηνου από προσλήψεως μέχρι 31/12 |
2,083333 ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας ή 0,083333Χημέρες |
2,08333 ημ/σθια ή2,08333/25 του μισθού |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ α)μέχρι συμπλήρωση 2 ετών |
2,083333 ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας ή 0,083333Χημέρες |
2,08333 ημ/σθια ή2,08333/25 του μισθού |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
β)από συμπλήρωση 2 ετών |
2,1666 ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας ή 0,08666Χημέρες |
2,1666 ημ/σθια2,1666/25 του μισθού |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με πάσης φύσεως διαλείπουσα απασχόληση και προϋπηρεσία 12 ετών & άνω στον ίδιο εργοδότη
|
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
1ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ ΜΕΧΡΙ 31/12 |
30/12=2,5(5 ανά 50) ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας |
2,5 ημερομίσθια ή2,5/25 μηνιαίου μισθού ανά 25 ημέρες εργασίας |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
2ο ΗΜΕΡ. ΕΤΟΣ ΑΠΟ 1/1-31/12 |
30/12=2,5(5 ανά 50) ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας |
2,5 ημερομίσθια ή2,5/25 μηνιαίου μισθού ανά 25 ημέρες εργασίας |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
|
ΤΡΙΤΟ ΕΤΟΣ & ΕΠΟΜΕΝΑ |
30/12=2,5(5 ανά 50) ημέρες αδείας ανά 25 ημέρες εργασίας |
2,5 ημερομίσθια ή2,5/25 μηνιαίου μισθού ανά 25 ημέρες εργασίας |
Ακολουθεί τις αποδοχές αδείας με όριο εκείνες ενός 15νθημέρου ή13 εργασίμων ημερών |
ΣΗΜ.: Όταν ο εργαζόμενος συμπληρώσει 10 έτη υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη δικαιούνται άδεια 30 ημερών, που χορηγείται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο του έτους.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΤΗΣΙΑΣ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑΤΟΣ ΑΔΕΙΑΣ
(Α.Ν. 539/1945, Ν. 3302/2004)
ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΩΝ με τακτική διαλείπουσα απασχόληση και προϋπηρεσία μέχρι 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών σε οποιονδήποτε (κατά το 3ο ημερολογιακό έτος)
|
ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΙΔΙΟ ΕΡΓΟΔΟΤΗ |
ΗΜΕΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ |
ΗΜΕΡΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΑΔΕΙΑΣ |
ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ |
|
Μέχρι συμπληρώσεως 2 ετών |
1 ημέρα 2 ημέρες 3 ημέρες 4 ημέρες |
4 8 13 17 |
4 ημερομίσθια 8 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια 17 ημερομίσθια |
4 ημερομίσθια 8 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια |
|
Από συμπληρώσεως 2 ετών |
1 ημέρα 2 ημέρες 3 ημέρες 4 ημέρες |
4 8 13 17 |
4 ημερομίσθια 9 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια 17 ημερομίσθια |
4 ημερομίσθια 9 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια |
|
3ο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑΚΟ ΕΤΟΣ& ΑΝΩ |
1 ημέρα 2 ημέρες 3 ημέρες 4 ημέρες |
5 10 14 19 |
4 ημερομίσθια 10 ημερομίσθια 14 ημερομίσθια 19 ημερομίσθια |
4 ημερομίσθια 10 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια 13 ημερομίσθια |
ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια (άρ.1 παρ.3 του Ν.1346/1983).
Ως εκ τούτου και εφ' όσον κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης του άρ.1 του N.3302/2004 προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:
α. Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος: (εντός του οποίου προσελήφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα, ως επίδομα αδείας, (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
β. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος , ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
γ. Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος, και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόματος αδείας, που αντιπροσωπεύουν αυτές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός εάν ελάμβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα της λύσης της σχέσης εργασίας.
Περαιτέρω και προκειμένου να υπάρχει καλύτερη κατανόηση της νομοθετικής ρύθμισης του άρ.1 του Ν.3302/2004, παραθέτονταί τα παρακάτω παραδείγματα:
1ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 5/3, δικαιούται μέχρι την 31/12, 20/12 επί 10 μήνες ως άδεια, καθώς και ανάλογο επίδομα αδείας (στο παράδειγμά μας πλήρες).
Εάν στο ίδιο παράδειγμα η σχέση εργασίας λυθεί το 10ο μήνα και ο μισθωτός έχει λάβει μέρος αδείας μέχρι τον 6ο μήνα, δικαιούται να λάβει την αναλογία από τον 7ο έως το 10ο ως εκ τούτου 4 μήνες επί 2 =8 ημερομίσθια ως άδεια και τα υπολειπόμενα ημερομίσθια ως επίδομα αδείας μέχρι τη συμπλήρωση μισού μηνιαίου μισθού.
2ο παράδειγμα
Εργαζόμενος ο οποίος προσελήφθη 5/8 πρέπει να λάβει έως 31/12: 20/12 επί 5 μήνες ως άδεια και το ανάλογο επίδομα αδείας.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, θα λάβει μέχρι 31/12 τμηματικά ή στο σύνολο την 31/12, 21 ημέρες επί πενθημέρου και 25 ημέρες επί εξαημέρου, καθώς και το αναλογούν επίδομα αδείας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η 21η ημέρα (επί πενθημέρου) ή η 25η ημέρα (επί εξαημέρου) προστίθεται μετά την 5/8, χρονικό σημείο συμπλήρωσης έτους απασχόλησης.
Συνεπώς, από 1/1 έως 5/8 (συμπλήρωση εργασιακού έτους) η αναλογία αδείας υπολογίζεται σε 20/12 επί 8 μήνες, το δε χρονικό διάστημα από 6/8 έως 31/12 (συμπλήρωση ημερολογιακού έτους) υπολογίζεται σε 21/12 επί 4 μήνες.
Από το τρίτο και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει μέχρι 31 Δεκεμβρίου ολόκληρη την ετήσια άδεια με αποδοχές και το επίδομα αδείας
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΡΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕΩΣ 12ΜΗΝΟΥ
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ (Ν. 1346/83)
ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ & ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ με 5νθήμερη ή 6ήμερη απασχόληση
|
Μήνες υπηρεσίας |
Αποδοχές αδείας |
Επίδομα Αδείας |
|
1 μήνας |
2/25 μισθού ή 2 ημ/σθια |
2/25 μισθού ή 2 ημ/σθια |
|
2 μήνες |
4/25 μισθού ή 4 ημ/σθια |
4/25 μισθού ή 4 ημ/σθια |
|
3 μήνες |
6/25 μισθού ή 6 ημ/σθια |
6/25 μισθού ή 6 ημ/σθια |
|
4 μήνες |
8/25 μισθού ή 8 ημ/σθια |
8/25 μισθού ή 8 ημ/σθια |
|
5 μήνες |
10/25 μισθού ή 10 ημ/σθια |
10/25 μισθού ή 10 ημ/σθια |
|
6 μήνες |
12/25 μισθού ή 12 ημ/σθια |
12/25 μισθού ή 12 ημ/σθια |
|
7 μήνες |
14/25 μισθού ή 14 ημ/σθια |
½ μισθού ή 13 ημ/σθια |
|
8 μήνες |
16/25 μισθού ή 16 ημ/σθια |
½ μισθού ή 13 ημ/σθια |
|
9 μήνες |
18/25 μισθού ή 18 ημ/σθια |
½ μισθού ή 13 ημ/σθια |
|
10-11 μήνες |
24/25 μισθού ή 20 ημ/σθια |
½ μισθού ή 13 ημ/σθια |
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΡΟ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΕΩΣ 12ΜΗΝΟΥ
ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΔΕΙΑΣ & ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΔΕΙΑΣ (Ν. 1346/83)
|
ΗΜΕΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ |
ΚΛΑΣΜΑ ΜΗΝΟΣ |
ΗΜΕΡΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ |
ΚΛΑΣΜΑ ΜΗΝΟΣ |
|
1 |
0,0333333 |
17 |
0,566666 |
|
2 |
0,0666666 |
18 |
0,6 |
|
3 |
0,1 |
19 |
0,633333 |
|
4 |
0,133333 |
20 |
0,666666 |
|
5 |
0,166666 |
21 |
0,7 |
|
6 |
0,2 |
22 |
0,733333 |
|
7 |
0,233333 |
23 |
0,766666 |
|
8 |
0,266666 |
24 |
0,8 |
|
9 |
0,3 |
25 |
0,833333 |
|
10 |
0,333333 |
26 |
0,866666 |
|
11 |
0,366666 |
27 |
0,9 |
|
12 |
0,4 |
28 |
0,933333 |
|
13 |
0,433333 |
29 |
0,966666 |
|
14 |
0,466666 |
30 |
1 |
|
15 |
0,5 |
||
|
16 |
0,533333 |
Εισφορές χρόνου αδείας: Οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, που καταβάλλονται στους εργαζόμενους υπόκεινται σε εισφορές, όπως και οι λοιπές αποδοχές τους, γιατί με την άδεια δεν διακόπτεται η εργασιακή σχέση.
Αντίθετα, δεν υπόκειται σε εισφορές η αποζημίωση αδείας, όπως και η προσαύξηση 100% των αποδοχών της αδείας, η οποία φέρει το χαρακτήρα αποζημίωσης σε περίπτωση που ο εργαζόμενος δε λάβει την άδειά του, σε αντίθεση με το επίδομα αδείας το οποίο υπόκειται σε εισφορές.
Ειδικότερα για τους εποχιακά απασχολούμενους σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ισχύει η διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 2336/1995: «Ειδικότερα για τους απασχολουμένους εποχιακά σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας, ορίζεται ότι κατά τη λήξη της εποχιακής τους απασχόλησης με οποιονδήποτε τρόπο δικαιούνται αποδοχών αδείας δύο (2) ημερών κατά μήνα απασχόλησης, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σε αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο. Για απασχόληση μικρότερη από μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Ο χρόνος της ετήσιας άδειας δεν θα υπερβαίνει τον ένα (1 ) μήνα ετησίως. Ο χρόνος της άδειας αυτής είναι χρόνος εν ασφαλίσει, οι δε αποδοχές υπόκεινται στις νόμιμες υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων κρατήσεις, αναγνωρίζονται δε ως ημέρες πού διανύθηκαν σε καθεστώς απασχόλησης από τον Ο.Α.Ε.Δ.».
Συντακτική Ομάδα Oenet





