Η αδικαιολόγητη αποχή του μισθωτού από την εργασία του μπορεί να θεωρηθεί ως καταγγελία συμβάσεως εκ μέρους του μισθωτού.
Δεν αναφέρεται σε νόμο ή άλλη διάταξη, ο αριθμός των ημερών κατά τον οποίο πρέπει να απουσιάσει αδικαιολογήτως ο μισθωτός ώστε να λυθεί από μέρους του η σύμβαση εργασίας.
Στην περίπτωση αδικαιολόγητης αποχής του μισθωτού από την εργασία του , ο εργοδότης δικαιούται να αφαιρέσει από τις οφειλόμενες στον μισθωτό αποδοχές τόσα ωρομίσθια, όσες είναι οι ώρες που απουσίασε, σύμφωνα με το άρθρο 648 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο μισθός οφείλεται εφόσον παρέχεται εργασία.
Επίσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 6 του ΑΝ 539/45, θεωρείται ως χρόνος εργασίας και δεν συμψηφίζεται με τις ημέρες αδείας, οι ημέρες της απουσίας του μισθωτού ,λόγω βραχείας διαρκείας ασθενείας, στρατεύσεως, απεργίας, ανταπεργίας ή ανωτέρας βίας, θεωρείται δικαιολογημένη απουσία από την εργασία και θεωρείται από το νόμο ως πλασματικός χρόνος απασχόλησης. Από τη διάταξη αυτή (κατά αντιδιαστολή) προκύπτει ότι ο χρόνος κάθε αδικαιολογήτου απουσίας του μισθωτού από την εργασία του δεν θεωρείται ως χρόνος απασχολήσεως και συμψηφίζεται με τις ημέρες αδείας. Έτσι ο εργοδότης, από τον μισθωτό που απουσιάζει αδικαιολόγητα για μία η περισσότερες ημέρες, δικαιούται να αφαιρέσει ίσο αριθμό ημερών αδείας.
Οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, η αιτία και η χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και η υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού οφείλουν να ληφθούν υπόψη, πάντα με γνώμονα την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Η αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία, επειδή συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού, δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς αποζημίωση εφόσον ο μισθωτός εκτελεί σκόπιμα πλημμελώς τα καθήκοντά του, με πρόθεση να προκαλέσει τη απόλυσή του από τον εργοδότη και να λάβει την αποζημίωσή του.
Ενδεικτικά αναφέρουμε κατωτέρω σχετικές αποφάσεις Δικαστηρίων που χαρακτήρισαν ως αδικαιολόγητη την αποχή του εργαζόμενου από την εργασία του και κατά συνέπεια καταγγελία της σύμβασης εργασίας με υπαιτιότητά του και μη καταβολή αποζημίωσης διότι δεν υπάρχει απόλυση, αλλά λύση της σύμβασης εργασίας με ευθύνη του μισθωτού.
- αποχή από την εργασία για περαίωση προσωπικής υπόθεσης χωρίς ενημέρωση και ειδοποίηση του εργοδότη
-περίπτωση παράτασης επί 5 ημέρες της χορηγηθείσας αδείας άνευ αποδοχών , χωρίς ενημέρωση και ειδοποίηση του εργοδότη
-αδικαιολόγητη απουσία επί 4 μήνες το οποίο χρονικό διάστημα είναι μεγάλο και αδικαιολόγητο
-περίπτωση αποχής από την εργασία επί 22 ημέρες λόγω επικαλούμενης ελαφράς ασθένειας συζύγου
-απουσία μισθωτού επί 10 ημέρες μετά την άδεια του, ενώ διέδιδε ότι δεν θα επιστρέψει στην εργασία του
-αποχή μισθωτού επί 3,5 μήνες λόγω σοβαρού τραυματισμού των παιδιών του, χωρίς να γνωστοποιήσει στον εργοδότη την πρόθεση επιστροφής του στην εργασία
-αδικαιολόγητη αποχή συνδικαλιστή επί 1 έτος
-περίπτωση μισθωτού που απείχε αδικαιολόγητα από την εργασία του 3 ημέρες
-περίπτωση μισθωτού ο οποίος μετά από ανυπόστατη καταγγελία της σύμβασης του, κλήθηκε να προσέλθει ξανά στην εργασία του, αλλά ο εργαζόμενες δεν επανήλθε
-αδικαιολόγητη απουσία μετά από ασθένεια
-περίπτωση μισθωτού που επικαλέστηκε ασθένεια η οποία δεν ήταν πραγματική
-μακροχρόνια απουσία μισθωτού που ελάμβανε μισθό χωρίς να του ανατίθεται πάντα εργασία
-περίπτωση μισθωτού ο οποίος δυσαρεστήθηκε από τον εργοδότη (επιλογή διευθυντή) εκτελούσε πλημμελώς την εργασία του και στη συνέχεια δεν προσερχόταν στην εργασία του χωρίς να ειδοποιήσει
-περίπτωση άρνησης προσφοράς εργασίας με ευνοϊκότερους όρους
-οριστική άρνηση εκτέλεσης εργασίας και η αποχή του μισθωτού για μεγάλο χρονικό διάστημα όταν αντίκειται στην καλή πίστη
Η νομοθεσία στη συγκεκριμένη αδικαιολόγητη απουσία είναι σαφής: «Η αποχή του μισθωτού από την εργασία του χωρίς να οφείλεται σε σοβαρό λόγο, όπως ασθένεια ή ανωτέρα βία κ.λπ. θεωρείται σιωπηρή δήλωσή του για λύση της σύμβασης εργασίας του, χωρίς φυσικά να καταβληθεί στο μισθωτό κανένα απολύτως ποσό αποζημίωσης απόλυσης.
Όταν ο εργαζόμενος δεν εμφανίζεται στην εργασία του αδικαιολόγητα, ο εργοδότης αυτό που πρέπει να κάνει είναι να του επιδώσει με δικαστικό επιμελητή εξώδικη πρόσκληση. Με αυτήν τον ενημερώνει ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποιο ανυπαίτιο κώλυμα, που να δικαιολογεί την απουσία του, όπως π.χ. ασθένεια και αυτός δεν παρουσιάζεται στην εργασία του, τότε νομιμοποιείται να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος καταγγέλλει μονομερώς τη σύμβαση, δηλαδή παραιτείται και αποχώρησε οικειοθελώς.
Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Ν.4488/2017 σε κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ο εργοδότης θα πρέπει να υποβάλλει στο πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ το έντυπο Ε5-Αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού το οποίο θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη.
Η αδικαιολόγητη απουσία εργαζομένου από την εργασία του δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να καταγγείλει ανά πάσα στιγμή την σύμβαση εργασία καταβάλλοντας όμως σε αυτόν την νόμιμη αποζημίωση.
Σχετικά με αδικαιολόγητη απουσία εργαζομένου ο Αέριος Πάγος με την ΑΠ.182/2008 έκρινε ότι : «Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχείας ή στην κατά το ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σύμβαση, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως (ΑΠ Ολομ. 32/1988)».
Συντακτική Ομάδα Oenet





