Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ζήτησαν να αναγνωριστούν ότι δεν είναι εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατρός τους, επικουρικώς δε, ζήτησαν να ακυρωθεί η πλασματική αποδοχής της καταληφθείσας εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του εκ της παράλειψης εμπρόθεσμης νομότυπης δήλωσης αποποίησης αυτής εκ μέρους τους, λόγω ουσιώδους πλάνης που έγκειται στην άγνοιά τους περί της επαγωγής της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του αμέσως από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και της νομικής συνέπειας της πλασματικής αποδοχής εκ της παράλειψης εμπρόθεσμης νομότυπης δήλωσης αποποίησης αυτής, παρά το γεγονός της ύπαρξης δημόσιας διαθήκης με την οποία ρητά ο διαθέτης τους απέκλεισε από την κληρονομιά και ιδιόγραφης διαθήκης του ίδιου με την οποία τους άφησε κινητά πράγματα που αποποιήθηκαν νομίμως
Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, το εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε την εν λόγω κατοικία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι δεν είχε γνωστοποιήσει μεταβολή διεύθυνσης με κάποιον από τους περιοριστικά οριζόμενους τρόπους του άρθρου 119 παρ. 3 ΚΠολΔ.. Τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ορθώς δεν θεωρήθηκαν λυσιτελή ή ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα η απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης να μη στοιχειοθετεί τις αποδιδόμενες πλημμέλειες των αριθμών 19, 8, 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε παραβίαση των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ
Το άρθρο 28, παρ. 3, στοιχείο αʹ, και παρ. 4, και το παράρτημα E, σημείο 15, της οδηγίας 77/388, καθώς και το άρθρο 370 και το παράρτημα X, μέρος A, σημείο 4, της οδηγίας 2006/112, έχουν την έννοια ότι νομοθετική τροποποίηση, η οποία εχώρησε μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 77/388 και με την οποία απαλείφεται ρητή νομοθετική διάταξη που είχε ως συνέπεια τη μη απαλλαγή από τον ΦΠΑ των υπηρεσιών των πρακτορείων ταξιδίων που ήταν σχετικές με ταξίδια εκτός της Ένωσης και με την οποία αντικαθίσταται η διάταξη αυτή με διατάξεις από τις οποίες συνάγεται μόνον εμμέσως η συνέχιση της φορολόγησης των εν λόγω υπηρεσιών, δεν πρέπει, για τον λόγο αυτό και μόνον, να θεωρείται ως ρύθμιση η οποία δεν ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με την προϊσχύσασα ρύθμιση και βασίζεται σε διαφορετική λογική
Το άρθρο 13 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε ζημιωθέντα από ελαττωματικό προϊόν να αξιώσει αποζημίωση από τον παραγωγό για τη ζημία του βάσει του γενικού καθεστώτος ευθύνης λόγω πταίσματος, επικαλούμενος διατήρηση σε κυκλοφορία του προϊόντος που παρουσιάζει ελάττωμα το οποίο γνωρίζει ο παραγωγός, ή παράβαση του καθήκοντος επαγρύπνησης του παραγωγού όσον αφορά τους κινδύνους που ενέχει το προϊόν, ή οποιαδήποτε άλλη υπαίτια συμπεριφορά συνδεόμενη με έλλειψη ασφάλειας του ελαττωματικού προϊόντος
Το άρθρο 173, παρ. 1, της οδηγίας 2006/112/ΕΚ,έχει την έννοια ότι οι δαπάνες οι οποίες πραγματοποιούνται για την απόκτηση αγαθών και υπηρεσιών απαιτούμενων μεν δυνάμει εθνικής κανονιστικής ρύθμισης για την παροχή υπηρεσιών υγείας που δεν παρέχουν δικαίωμα έκπτωσης, αλλά χρησιμοποιούμενων επίσης για την άσκηση δραστηριοτήτων που παρέχουν δικαίωμα έκπτωσης, δεν αποτελούν, λόγω της ως άνω κανονιστικής απαίτησης και μόνον, γενικά έξοδα που παρέχουν δικαίωμα κατ’ αναλογίαν έκπτωσης
Το άρθρο 1, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομολογιακή ερμηνεία του εθνικού δικαίου κατά την οποία, σε περίπτωση ακυρότητας σύμβασης δανείου η οποία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει χωρίς την καταχρηστική ρήτρα, για τον λόγο ότι η ρήτρα αυτή αφορά το κύριο αντικείμενο της σύμβασης, ο καταναλωτής μπορεί να επιδιώξει δικαστικώς τις έννομες συνέπειες της διαπίστωσης της ακυρότητας αποκλειστικά και μόνον εντός προθεσμίας πέντε ετών από την ημερομηνία σύναψης της σύμβασης, εφόσον κατά την ημερομηνία αυτή δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να γνωρίζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της επίμαχης συμβατικής ρήτρας
Το δικαστήριο τόνισε ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος περιήλθε σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή ψυχολογική, που να καθιστά αδύνατη ή έστω εξαιρετικά δυσχερή την ακόμη και απλή τηλεφωνική επικοινωνία με συνάδελφό της Δικηγόρο ή συνεργάτη του γραφείου που εργάζεται, προκειμένου να ζητήσουν αυτοί αναβολή εκδίκασης της εφέσεως της ανακόπτουσας για λογαριασμό της ή και να επικοινωνήσει με τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της εφεσίβλητης και να ζητήσει από αυτόν να συναινέσει στην αναβολή ή στη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης, ενέργειες που ήταν αναμενόμενες από τον μέσο συνετό Δικηγόρο, στις οποίες, όμως, εκείνη δεν προέβη
Μη νόμιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, λόγω αποστέρησης του δικαιώματός του να συναποφασίσει με τη μητέρα του ανήλικου τέκνου του τα κρίσιμα για τη ζωή και την προσωπικότητά του ζητήματα, όπως είναι το θρήσκευμα και το δόγμα του τελευταίου, διότι ο ενάγων δεν εκθέτει ότι δεν επιθυμούσε γενικά την τέλεση του ιερού μυστηρίου της βάπτισης του ανήλικού τέκνου του, καθώς και ότι είχε διαφορετική άποψη σε σχέση με το θρήσκευμα και το δόγμα του ανήλικου τέκνου του
Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση της οποίας η εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα τη μερική απώλεια του ευεργετήματος της φορολογικής έκπτωσης που παρέχεται με κριτήριο την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουμένων κατοίκων ημεδαπής, όταν αυτοί αποκτούν σε έτερο κράτος μέλος εισοδήματα από την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας απαλλασσόμενα από τον φόρο στο κράτος μέλος κατοικίας δυνάμει διμερούς φορολογικής σύμβασης, ενώ οι φορολογούμενοι κάτοικοι ημεδαπής που δεν έχουν εισοδήματα προερχόμενα από άλλο κράτος μέλος απολαύουν πλήρως της ως άνω έκπτωσης, σε περίπτωση που η μερική αυτή απώλεια του ευεργετήματος της έκπτωσης θα έπρεπε να αντισταθμιστεί στο δεύτερο κράτος μέλος με αντίστοιχη δυνατότητα ανάλογης έκπτωσης κατ’ αναλογία προς τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν σε αυτό το κράτος μέλος
Το άρθρο 168, στοιχείο γʹ, το άρθρο 178, στοιχείο γʹ, καθώς και τα άρθρα 179, 180 και 182 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία και διοικητική πρακτική σύμφωνα με τις οποίες η έκπτωση του ΦΠΑ που αφορά ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών αποκλείεται για τον λόγο ότι ο υποκείμενος στον φόρο προέβαλε το δικαίωμά του για έκπτωση κατά τη φορολογική περίοδο κατά την οποία έλαβε πράγματι τα απαραίτητα για την άσκηση του δικαιώματος αυτού τιμολόγια, η οποία ήταν μεταγενέστερη της περιόδου κατά την οποία είχαν πραγματοποιηθεί οι ενδοκοινοτικές αποκτήσεις, μολονότι ο υποκείμενος στον φόρο άσκησε το δικαίωμα αυτό καλόπιστα και εντός της προβλεπόμενης προς τούτο προθεσμίας
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000