Ο Άρειος Πάγος απέρριψε αίτηση αναίρεσης απόφασης, με την οποία επιδικάστηκε στον ενάγοντα δικηγόρο χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από τη συκοφαντική δυσφήμιση και εξύβριση που τελέστηκε εις βάρος του μέσω αναφορών σε δικόγραφα προτάσεων και προσθήκης – αντίκρουσης. Ο εναγόμενος δικηγόρος, ο οποίος φέρει την αποκλειστική της ευθύνη σύνταξης των δικογράφων, τελούσε σε γνώση της αναλήθειας των ισχυρισμών και της προσφορότητάς τους να πλήξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος
Με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι εργαζόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην αναιρεσείουσα ΔΕΥΑ, επικαλούμενοι ότι η τελευταία προέβη σε περικοπή των μηνιαίων αποδοχών τους και των επιδομάτων εορτών και άδειας για τα έτη 2010 και 2011, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 στο προσωπικό της, ενώ αυτό εξαιρείται, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον καθένα τα ποσά που περιέκοψε από τις αποδοχές του. Σύμφωνα με την Ολομέλεια του Α.Π., οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των ως άνω διατάξεων και, ειδικότερα, συγκαταλέγονται στα νπιδ, αφού είναι επιχειρήσεις ΟΤΑ ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους μνημονιακούς νόμους
Μετά την ένταξη (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν ήδη μεταταχθεί/μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους, Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.. Οι διατάξεις της περιπτ. 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και οι διατάξεις της αποφάσεως οικ. 2/83408/022/14.11.2012, με τις οποίες οι μειώσεις αυτές επιβλήθηκαν αναδρομικώς από 1.8.2012, αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις 4 παρ. 5, 21 παρ. 3 και 25 παρ. 4 και τις απορρέουσες από αυτές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και καθίστανται ανίσχυρες
Το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι, όταν μια διαταγή πληρωμής εκδοθείσα από δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως ενός πιστωτή δεν έχει προσβληθεί με ανακοπή από τον οφειλέτη, ο δικαστής της εκτέλεσης δεν μπορεί, μεταγενέστερα, να ελέγξει τον ενδεχομένως καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών της σύμβασης που αποτέλεσαν τη βάση της εν λόγω διαταγής πληρωμής, για τον λόγο ότι η ισχύς δεδικασμένου την οποία έχει περιβληθεί η διαταγή αυτή καλύπτει εμμέσως και το κύρος των οικείων ρητρών
Το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7, παρ. 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει στον δικαστή της αναγκαστικής εκτελέσεως που επιλαμβάνεται ανακοπής κατά της εκτελέσεως να εκτιμήσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του καταναλωτή, τον καταχρηστικό χαρακτήρα των ρητρών συμβάσεως που έχει συναφθεί μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία και συνιστά εκτελεστό τίτλο, εφόσον ο δικαστής της ουσίας, μπορεί να αναστείλει τη διαδικασία εκτελέσεως έως ότου αποφανθεί επί της ουσίας
Το άρθρο 6, παρ. 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικών δικονομικών αρχών δυνάμει των οποίων εθνικό δικαστήριο, επιλαμβανόμενο εφέσεως κατά αποφάσεως με την οποία περιορίζεται χρονικώς η επιστροφή των ποσών τα οποία αχρεωστήτως κατέβαλε ο καταναλωτής βάσει ρήτρας που κηρύχθηκε καταχρηστική, δεν μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο εφέσεως που αντλείται από παράβαση της διατάξεως αυτής και να διατάξει την πλήρη επιστροφή των εν λόγω ποσών, εφόσον η μη προσβολή του χρονικού περιορισμού από τον οικείο καταναλωτή δεν μπορεί να αποδοθεί σε πλήρη αδράνειά του
Το άρθρο 6, παρ. 1, και το άρθρο 7 παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία η οποία δεν επιτρέπει σε εθνικό δικαστήριο να εξετάσει, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήματος του καταναλωτή, την ενδεχόμενη καταχρηστικότητα συμβατικών ρητρών στην περίπτωση που η ενυπόθηκη απαίτηση έχει ασκηθεί, το ενυπόθηκο ακίνητο έχει πωληθεί και τα δικαιώματα κυριότητας επί του ακινήτου το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτο
Με βάση την ενωσιακή αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ελαφρύτερης διοικητικής κύρωσης (και την αντίστοιχη της ΕΣΔΑ) η ρύθμιση του συνδυασμού των διατάξεων του άρθρου 54 παρ. 1 περ. η΄ και παρ. 2 περ. ε΄ του ν. 4174/2013 και του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 55 παρ. 2 περ. γ΄ του ν. 4174/2013 (καθώς και του άρθρου 7 παρ. 6 του ν. 4337/2015, το οποίο κατήργησε το άρθρο 5 του ν. 2523/1997), εφαρμόζεται ratione temporis και για παραβάσεις λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή, αναγόμενες στο διάστημα ισχύος του άρθρου 5 παρ. 10 περ. β΄ του ν. 2523/1997
Το άρθρο 4, παρ. 1, της οδηγίας 90/435/ΕΟΚ, σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρίες διαφορετικών κρατών μελών, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι μια μητρική εταιρία οφείλει φόρο κινητών αξιών σε περίπτωση αναδιανομής στους μετόχους της κερδών που της διένειμαν θυγατρικές της, για τα οποία χορηγείται πίστωση φόρου, όταν επί των εν λόγω κερδών δεν επιβλήθηκε ο συνήθης φόρος εταιριών, εφόσον τα ποσά που οφείλονται λόγω του φόρου κινητών αξιών υπερβαίνουν το ανώτατο όριο του 5 %. Μια τέτοια ρύθμιση δεν εμπίπτει στο άρθρο 7, παρ. 2, της οδηγίας 90/435
Το άρθρο 5, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2008/104/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παρ. 1, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση δυνάμει της οποίας η αποζημίωση την οποία μπορούν να αξιώσουν οι προσωρινώς απασχολούμενοι, σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας τους με έμμεσο εργοδότη, για τις ημέρες της μη ληφθείσας ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών και για το αντίστοιχο επίδομα αδείας, είναι χαμηλότερη από την αποζημίωση την οποία θα μπορούσαν να αξιώσουν οι εργαζόμενοι αυτοί, ευρισκόμενοι στην ίδια κατάσταση και επικαλούμενοι την ίδια βάση, αν είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη και καταλάμβαναν την ίδια θέση για το ίδιο χρονικό διάστημα

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι

Έχετε κωδικό στον Oenet;

Αν είστε επαγγελματίας που προστατεύει και αξιοποιεί τον χρόνο του, στον oenet.gr μπορείτε να βρείτε ό,τι σας ενδιαφέρει εύκολα και γρήγορα.

Έχετε απορίες;

Στείλτε τα ερωτήματά σας και η ομάδα των ειδικών συνεργατών μας θα σας απαντήσει το συντομότερο δυνατό.

Ακολουθήστε μας στα social

Στοιχεία Επικοινωνίας

Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.

  Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564

  2103240969 - 2103242267

  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000

Συνεχίζοντας την περιήγηση στην ιστοσελίδα μας, αποδέχεστε τη χρήση cookies