Όταν παραβιάζεται η αρχή της δίκαιης δίκης στη διαδικασία στο ακροατήριο, επέρχεται απόλυτη ακυρότητά της.
Νομιμότητα και φορολογική αντιμετώπιση αποδοχής από δωρεοδόχο προτάσεως μετά το θάνατο του δωρητή προς σύναψη συμβάσεως δωρεάς επικαρπίας αιτία θανάτου
Τα τακτικά δικαστήρια, καλούμενα να αποφανθούν για το κύρος σύμβασης για μεταβίβαση κυριότητας γηπέδου, για την οποία προβάλλεται ότι συντρέχει λόγος ακυρότητας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. 17-7-1923, δεν έχουν εξουσία να αποφανθούν για την ακυρότητα της σύμβασης, εφόσον προηγουμένως δεν έχει αποφανθεί ο αρμόδιος Νομάρχης με διαπιστωτική πράξη, εκτός εάν στη δίκη συνομολογείται από τους ενδιαφερόμενους διαδίκους η συνδρομή τέτοιου λόγου ακυρότητας.
Είναι άκυρες κατασχέσεις του ΚΕΑΟ στις περιπτώσεις που ο ΟΑΕΕ διαβίβασε μεν τις οφειλές των Εμπόρων, αλλα δεν εκδόθηκαν και φυσικά δεν επιδόθηκαν πράξεις επιβολής εισφορών, που απαιτείται για το έγκυρο της κατάσχεσης
Ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης αυτής.
Καλύπτεται αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στην δίκη και δεν προβάλλει εναντίωση στην πρόοδό της προτείνοντας την ακυρότητα. Αν προταθεί εγκαίρως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η εν λόγω ακυρότητα και η εκ του λόγου αυτού αντίρρηση προόδου της διαδικασίας και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την απορρίψει, ο κατηγορούμενος, αν εμμένει σ αυτήν, πρέπει να επαναφέρει την πρόταση της ακυρότητας και την αντίρρηση κατά της προόδου της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, που ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικος λόγο αναιρέσεως, όταν ο δικαστικός λειτουργός, του οποίου έγινε δεκτή δήλωση αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του σε συγκεκριμένη υπόθεση, μετέσχε στη συνέχεια στη σύνθεση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση αυτή.
Ταυτοποίηση γεωγραφικής προέλευσης οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Ερμηνεία της παραγράφου 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 95/2008 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Απλές προσθήκες σε περιθώριο ή σε υστερόγραφο υπογράφονται από το διαθέτη, διαφορετικά θεωρούνται ως να μην έχουν γραφεί. Διαγραφές, παρεγγραφές, ξύσματα ή άλλα τέτοια εξωτερικά ελαττώματα βεβαιώνονται από το δικαστήριο που δημοσίευσε τη διαθήκη και μπορούν κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρουν ολικά ή μερικά την ακυρότητα της διαθήκης.
Σύμφωνα με τα άρθρα 8 § 1 περ. δ' και 9 § 1 εδ. β' ΚΠΔ, το Πενταμελές Εφετείο που δικάζει έφεση κατά αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου συντίθεται από Πρόεδρο Εφετών και τέσσερις Εφέτες. Απόφαση δε του δικαστηρίου τούτου, που ελήφθη κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων είναι, κατ' άρθρον 171 § 1 εδ. α'ΚΠΔ., απολύτως άκυρη.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000