Με το εφετήριο πρέπει να προβάλλεται μεταξύ των λόγων εφέσεως και ο λόγος απόρριψης της ενστάσεως περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ώστε να μεταβιβασθεί και αυτή, ως λόγος εφέσεως προς έρευνα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας, άλλως προβάλλεται απαράδεκτα στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Απορρίπτεται η αναίρεση που ασκήθηκε για παράβαση του 559 αριθ. 1 εδ. α, 8 περ. β και 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. (Δικηγόροι) διότι το εφετείο δεν είχε την εξουσία να δικάσει κατ’ ουσίαν την υπόθεση και να ερευνήσει το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής.
Για την αιτιολόγηση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία αρκεί να αναφέρεται ότι επρόκειτο για πρόσφορη συμπεριφορά και ότι συνδεόταν, ως εκ του ότι συνέβαλε στη λήψη της αποφάσεως, αιτιωδώς ως προς την ανωτέρω άδικη πράξη που τέλεσε ο φυσικός αυτουργός (ΑΠ 462/13, ΑΠ 629/12).
Αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας της αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση του κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, η μνεία του αποδεικτικού κλητεύσεώς του και η ημερομηνία τούτου, ώστε να προκύπτει η εμπρόθεσμη κλήτευσή του κατά το άρθρο 166 του ΚΠοινΔ, χωρίς να απαιτείται ειδικότερος προσδιορισμός των στοιχείων της εγκυρότητας της κλήτευσης.
Περίπτωση (αρνητικής) υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν, ενώ η έφεση του κατηγορουμένου είναι εκπρόθεσμη, εν τούτοις το δικαστήριο δεν την απορρίπτει ως απαράδεκτη αλλά δικάζει την υπόθεση στην ουσία της.
Δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατά τον χρόνο της απαγγελίας της ήταν εκκλητή, δηλαδή μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως.
Όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη. Η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 12/2011 πρβλ. επίσης ΑΠ 180/2014).
Σε περίπτωση αθωώσεως του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων πρωτοδίκως δικαιούται να παρασταθεί με την αυτή ιδιότητα και στην κατ’ έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίκαση των οποίων, όμως, δεν μπορεί να επιδιώξει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Η κατά του απόντος κατηγορουμένου, αλλά νομίμως εκπροσωπηθέντος πλήρως, κατ’ άρθρο 340 §2 του ΚΠοινΔ, υπό του εξουσιοδοτημένου συνηγόρου του, εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου λογίζεται ότι δημοσιεύθηκε με την πραγματική παρουσία του εκπροσωπουμένου κατηγορουμένου και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής εφέσεως προθεσμία, η προσδιοριζoμένη σε δέκα ημέρες, αρχίζει από τότε που θα δημοσιευθεί στο ακροατήριο η απόφαση και δεν είναι αναγκαία η προς τον κατηγορούμενο επίδοσή της, αφού αυτός θεωρείται, ότι δικάζεται σαν να ήταν παρών.
Αναιρείται η απόφαση γιατί το δικαστήριο δεν εξέτασε, όπως όφειλε το παραδεκτό ή μη της έφεσης και δεν ερεύνησε, αν την έκρινε παραδεκτή το ζήτημα της παραγραφής των μερικότερων πράξεων του κατ' εξακολούθηση πλημμελήματος για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη τούτων, έστω και αν απουσίαζε κατά τη συζήτηση η εκκαλούσα.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000