Προκειμένου να εκτιμήσουμε αν μια επιχείρηση έχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά, πρέπει να εκτιμήσουμε τη θέση της επιχείρησης στην αγορά σαν σύνολο. Πρέπει να εξετάσουμε δηλαδή την αγορά στην οποία η επιχείρηση ασκεί τη δραστηριότητά της και αλληλεπιδρά με τους ανταγωνιστές της. Εξετάζοντας την αγορά, θα είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε το ποσοστό του συνόλου των πωλήσεων και των υπηρεσιών που έλαβαν χώρα στην συγκεκριμένη αγορά κατά τα προηγούμενα έτη (διαχρονική εξέλιξη των μεριδίων αγοράς), λαμβάνοντας υπόψη ταυτόχρονα την παραγωγή, την προσφορά και τη ζήτηση της συγκεκριμένης επιχείρησης. Πρέπει λοιπόν να συγκρίνουμε τη δύναμη που έχει η επιχείρηση στη δεδομένη αγορά σε συνδυασμό με τη δύναμη των ανταγωνιστών της.
Δεσπόζουσα θέση λοιπόν έχει μια επιχείρηση όταν η δύναμή της είναι τέτοια που της επιτρέπει να περιορίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στη σχετική αγορά, επιτρέποντάς της να λαμβάνει αποφάσεις με αισθητή ανεξαρτησία τόσο από τους ανταγωνιστές όσο και από τους πελάτες της. Το γεγονός αυτό διασαφηνίζεται στην απόφαση United Brands (1978).
Για να έχει μια επιχείρηση δεσπόζουσα θέση, εξετάζουμε τόσο ποσοτικούς όσο και ποιοτικούς παράγοντες. Οι ποιοτικοί παράγοντες συνήθως είναι τεχνολογικού (π.χ. ποιότητα υπηρεσιών έρευνας και ανάπτυξης), οικονομικού (π.χ. κεφάλαια και δάνεια εταιρείας) και εμπορικού (π.χ. ελκυστική μάρκα) χαρακτήρα.
Αναφορικά με τους ποσοτικούς παράγοντες, η απόφαση Hoffman-La Roche (1979) προσδιορίζει ότι σημαντικός παράγοντας για την εκτίμηση της δύναμης της επιχείρησης στην αγορά είναι το μερίδιό της σε αυτή, που αποτελεί ποσοτικό παράγοντα. Ποσοτικοί παράγοντες είναι τα μερίδια αγοράς, ο βαθμός συγκέντρωσης, η διαχρονική εξέλιξη των μεριδίων αγοράς, η κάθετη ολοκλήρωση, ο έλεγχος ουσιωδών εισροών/υποδομών, τα εμπόδια εισόδου στην αγορά (νομικά, διοικητικά, οικονομικά, τεχνολογικά), τα εμπόδια επέκτασης, η ισχύς των αγοραστών και η συνολική συμπεριφορά της επιχείρησης. Οι παράγοντες αυτοί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχουν σωρευτικά, ωστόσο η ύπαρξη ενός τουλάχιστον από αυτούς δε συνεπάγεται τη δεσπόζουσα θέση. Αντιθέτως, ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδηγεί στη θεμελίωσή της (Υπόθεση Hoffman-La Roche).
Σχετικά με το ποσοστό των μεριδίων, η υπόθεση United Brands εισάγει ότι το κατώτατο όριο του μεριδίου αγοράς για να έχει μια επιχείρηση δεσπόζουσα θέση είναι 50%. Η Hoffmann La-Roche δεν ορίζει κάποιο συγκεκριμένο μερίδιο αγοράς, κάνει λόγο μόνο για σημαντικό μερίδιο αγοράς.
Από οικονομική σκοπιά, το να έχει μια επιχείρηση δεσπόζουσα θέση μπορεί να σημαίνει ότι η τιμολογιακή της πολιτική θα ορίσει υψηλότερες τιμές σε σχέση με τους ανταγωνιστές της για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Τα υψηλά μερίδια στην αγορά που αναφέραμε προηγουμένως δεν συνεπάγονται απαραιτήτως δεσπόζουσα θέση, παρά το γεγονός ότι είναι δικαιολογημένο αυτό να υποτεθεί (Υποθέσεις Hoffmann La-Roche και General Electric). Ωστόσο, τα υψηλά μερίδια αγοράς και η σταθερότητα που τα διέπει είναι ενδεικτικό στοιχείο της απουσίας ισχυρού ανταγωνισμού, συνεπώς αποτελούν καλή ένδειξη για την θέση μιας επιχείρησης στην αγορά.
Η υπόθεση Hoffman-La Roche αναφέρεται σε μία εταιρεία έμπορο βιταμινών που απολαμβάνει μια δεσπόζουσα θέση στην καθορισμένη από αυτό το προϊόν αγορά, παρέχοντας στους πελάτες της «εκπτώσεις πίστης», δηλαδή έκπτωση σε πελάτες που αγόραζαν βιταμίνες κυρίως από αυτή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταδίκασε την εταιρεία λόγω κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.
Το να έχεις δεσπόζουσα θέση συνεπάγεται πάντα κατάχρηση; Η απάντηση είναι όχι. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση είναι ισχυρή σε μια δεδομένη αγορά δε σημαίνει ότι κάνει και κατάχρηση αυτής. Αντιθέτως, η δεσπόζουσα θέση είναι καλό σημάδι για μια επιχείρηση: Το ζήτημα είναι το πώς θα τη διαχειριστεί η ίδια η επιχείρηση. Μιλάμε λοιπόν για την ευθύνη που θεμελιώνουν οι υποθέσεις Michelin και Irish Sugar: «Η διαπίστωση της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης δεν συνεπάγεται αυτή καθ’ αυτή καμία μομφή προς την οικεία επιχείρηση, αλλά σημαίνει μόνο ότι η τελευταία υπέχει ανεξάρτητα από τους λόγους που κατέχει μια τέτοια θέση, ιδιαίτερη ευθύνη να μη θίγει με τη συμπεριφορά της την άσκηση πραγματικού και ανόθευτου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά». Έτσι, η επιχείρηση με τη δεσπόζουσα θέση έχει υποχρέωση να μην παρακωλύει τους στόχους της οικονομίας περί ελεύθερου ανταγωνισμού και κίνησης κεφαλαίων.
Η καταχρηστική εκμετάλλευση, όπως φαίνεται και στην απόφαση Hoffman La-Roche, δεν αφορά στην ίδια την δυνατότητα της επιχείρησης να επηρεάσει αισθητά την αγορά λόγω του ότι η παρουσία της μειώνει τον ανταγωνισμό, αλλά στο γεγονός ότι αν η επιχείρηση επιλέξει να χρησιμοποιήσει μέσα διαφορετικά από αυτά που διέπουν τον φυσιολογικό ανταγωνισμό, θα οδηγήσει σε παρακώλυση της διατήρησης του υπάρχοντος ανταγωνισμού στο ίδιο επίπεδο αλλά και της ανάπτυξής του.
Η καταχρηστική εκμετάλλευση μπορεί να έχει τιμολογιακό χαρακτήρα, όπως οι εκπτώσεις πίστης που αναφέραμε προηγουμένως ότι εφάρμοζε η εταιρεία Hoffman La-Roche. Καταχρηστικές τιμολογιακές πρακτικές είναι και η υπερβολική τιμολόγηση, η οποία βρίσκεται όχι για συγκεκριμένο, αλλά για μεγάλο διάστημα πολύ πιο πάνω από τις αντίστοιχες τιμές των ανταγωνιστών και όπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση United Brands «δεν σχετίζεται λογικά µε την οικονομική αξία του προϊόντος». Καταχρηστική είναι και η διακριτική τιμολόγηση, δηλαδή όταν μια επιχείρηση τιμολογεί τα προϊόντα της σε διαφορετική τιμή ανά μονάδα. Μια περίπτωση χρέωσης διαφορετικών τιμών είχαμε στην υπόθεση United Brands, η οποία χρέωνε διαφορετικές τιμές για τις μπανάνες “Chiquita” στους διανομείς της σε διαφορετικά κράτη-µέλη της ΕΕ και απαγόρευε την μεταπώλησή τους. Επιπλέον, καταχρηστική πρακτική είναι και η επιθετική τιμολόγηση, με την οποία η επιχείρηση τιμολογεί βραχυπρόθεσμα σε τιμές χαμηλότερες από αυτές των ανταγωνιστών της προκειμένου να αποκτήσει προβάδισμα εξ’ αυτών. Η πρακτική αυτή δημιουργεί όμως βραχυπρόθεσμες ζημίες στην επιχείρηση, τις οποίες στη συνέχεια προσπαθεί να ανακτήσει με αύξηση των τιμών.
Η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μπορεί να έχει και μη τιμολογιακό χαρακτήρα (π.χ. αθέμιτοι όροι συναλλαγής). Βλέπουμε λοιπόν ότι στόχος της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν είναι η τιμωρία της δεσπόζουσας θέσης, αλλά της κατάχρησης αυτής, στην προσπάθεια να διασφαλίσει τις συνθήκες που θεμελιώνουν την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού. Άλλωστε, η Πολιτική Ανταγωνισμού εφαρμόζεται ex post, δηλαδή κατασταλτικά, δεδομένης της αντίληψης ότι ο ανταγωνισμός δύναται να λειτουργήσει ορθά από μόνος του, εν αντιθέσει με τη Ρυθμιστική Πολιτική, η οποία εφαρμόζεται ex ante, δηλαδή προληπτικά.
Τα παραπάνω συνοψίζονται και στα άρθρα 1 και 2 του Ν. 3959/2011 και 101, 102 ΣΛΕΕ:
«Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς».
«Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης από μια ή περισσότερες επιχειρήσεις που κατέχει ή κατέχουν δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή μέρος της εγχώριας αγοράς ενός προϊόντος, ιδιαίτερα εάν η πράξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα: α) τον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό αθέμιτων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων μη θεμιτών υπό τις περιστάσεις όρων συναλλαγής, β) τον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης προς ζημιά των καταναλωτών, γ) την εφαρμογή ανόμοιων όρων για ισοδύναμες συναλλαγές, με συνέπεια ορισμένες επιχειρήσεις να τίθενται σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) την εξάρτηση σύναψης συμφωνιών από την αποδοχή εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων υποχρεώσεων, οι οποίες εκ της φύσεώς τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες, δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμφωνιών αυτών».
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





