Ειδικότερα, στην Απόφαση 374/2021, ο κατηγορούμενος Μ. Π. προέβη στη σύσταση εταιρείας με φαινομενικό σκοπό την παροχή υπηρεσιών γραφείου εύρεσης απασχόλησης σε άνεργους που αναζητούσαν εργασία. Ο κατηγορούμενος έπειθε τους αντισυμβαλλόμενούς του ότι είχε τη δυνατότητα να τους εξασφαλίσει εργασία στην Ελλάδα ή σε χώρες του εξωτερικού με υψηλές αποδοχές και κάλυψη των εξόδων διατροφής, διαμονής και ασφάλειας. Στις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τους ενδιαφερομένους συστηνόταν με διαφορετικό ονοματεπώνυμο, ενώ προέβαινε σε ψευδείς διαβεβαιώσεις για αγγελίες και διαδικτυακές αναρτήσεις και ζητούσε αμοιβή για τη διαμεσολάβησή του για την εύρεση εργασίας και την διεκπεραίωση των διαδικασιών σχετικά με την μετάβασή τους στον τόπο εργασίας. Τα χρήματα της αμοιβής καταβάλλονταν κατ' απαίτησή του είτε μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό λογαριασμό, είτε μέσω καταβολής σε εταιρεία ταχυμεταφοράς, με παραλήπτες τα θύματα, τα οποία υποδείκνυε ο ίδιος που εν αγνοία τους ως παραλήπτες, και ο ίδιος προέβαινε αργότερα στις σχετικές αναλήψεις χρημάτων, προσκομίζοντας στις εταιρείες ταχυμεταφοράς αντίγραφα ταυτοτήτων και εξουσιοδοτήσεων των υποτιθέμενων παραληπτών τα οποία είχε αποσπάσει από τους παθόντες με δικαιολογία την εύρεση θέσεων εργασίας.
Ο κατηγορούμενος έπεισε τον παθόντα, Δ. Α. τον Αύγουστο του έτους 2012, ότι αυτός δραστηριοποιείται μέσω της εταιρείας του για την εύρεση εργασίας σε ανέργους που αναζητούν εργασία πείθοντάς τον να του καταβάλει το αντίτιμο των 2.500,00 ευρώ, προκειμένου να του βρει εργασία στην Αυστραλία. Η εταιρεία είχε σκοπό μόνο το προσωπικό συμφέρον του κατηγορουμένου, ο οποίος περιόριζε εν γνώσει του τη δράση της εταιρείας σε υποσχέσεις και στη λήψη βιογραφικών, συμπλήρωση αιτήσεων από τους ενδιαφερομένους, τηλεφωνήματα προς αυτούς, κατάρτιση δήθεν συμβολαίων εργασίας, ώστε να προσδίδεται αληθοφάνεια στις έκνομες ενέργειές του. Επίσης, η εταιρεία δεν είχε τις νόμιμες προϋποθέσεις για να λειτουργεί ως ιδιωτικό γραφείο εύρεσης εργασίας, επομένως δεν είχε δικαίωμα να λαμβάνει, αμοιβή περί διαμεσολάβησης από τους αναζητούντες εργασία αλλά μπορούσε να ζητεί αμοιβή μόνο από τον εργοδότη που θα προσλάμβανε τον εργαζόμενο. Τέλος, ο κατηγορούμενος έπεισε τον παθόντα να συσταθεί νέα εταιρεία στο όνομά του (του θύματος) με υποκρυπτόμενο πρόσωπο τον κατηγορούμενο έναντι μηνιαίας πληρωμής την οποία δεν έλαβε ποτέ.
Αφού αναλύσαμε τα πραγματικά περιστατικά, ας προβούμε στην κατανόηση των εννοιών της «απάτης» και του «εταιρικού σκοπού». Ως απάτη, νοούμε κάθε ενέργεια προσώπου που εν γνώσει του προβαίνει στην παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή που οδηγούν στη βλάβη ξένης περιουσίας μέσω της οποίας επιδιώκει να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος. Η απάτη τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (αρ. 386 παρ. 1 Π.Κ.).
Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του προέβη στη σύσταση εταιρείας της οποίας δεν είχε πρόθεση να τηρήσει το σκοπό (δηλαδή την εύρεση εργασίας σε άνεργους). Εν γνώσει του λοιπόν προέβη στην εξαπάτηση των τρίτων που συμβλήθηκαν με αυτόν να διαμεσολαβήσει να τους βρει εργασία. Συγκεκριμένα, πρόβαλε ψευδή γεγονότα (υποσχέσεις, λήψη βιογραφικών, συμπλήρωση αιτήσεων από τους ενδιαφερομένους, τηλεφωνήματα προς αυτούς, κατάρτιση δήθεν συμβολαίων εργασίας) ως αληθινά προκειμένου να πείσει τους παθόντες σε πράξη η οποία έβλαψε την περιουσία τους, δηλαδή την καταβολή χρηματικού ποσού για τις υποτιθέμενες υπηρεσίες διαμεσολάβησής τους, αλλά και τακτοποίησής τους στον τόπο εργασίας. Μέσω της επιβλαβούς αυτής πράξης των θυμάτων, ο ίδιος είχε σκοπό να επωφεληθεί από την καταβολή αυτή των χρημάτων χωρίς να εκτελέσει την αντιπαροχή που υποσχέθηκε, δηλαδή την εύρεση εργασίας. Έχουμε λοιπόν τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, την τέλεση ενός εγκλήματος που αποτελεί πράξη άδικη προς τα θύματα και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε (τον κατηγορούμενο), η οποία τιμωρείται από τον νόμο (αρ. 14 Π.Κ.).
Τί σημαίνει η γνώση της απάτης;
Η γνώση του κατηγορουμένου αποτελεί την υποκειμενική υπόσταση της απάτης, η οποία βρίσκεται στην θέληση, την πρόθεση της παραγωγής των περιστατικών που κατά τον νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης (αρ. 27 παρ. 1 Π.Κ.). Η πρόθεση του κατηγορουμένου εδώ βρίσκεται στο γεγονός ότι εξαρχής δεν έχει πρόθεση να προβεί στην εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού, αλλά πρόθεση να προκαλέσει βλάβη στον παθόντα μέσω της ζημειωθείσας από την καταβολή αμοιβής για διαμεσολάβηση περιουσίας του. Επομένως, ο δράστης γνωρίζει ότι ζητώντας αμοιβή για μια παροχή υπηρεσίας στην οποία δε θα προβεί προκαλεί βλάβη στην περιουσία του παθόντος και έχει πλήρη συνείδηση ότι θα επωφεληθεί η δική του περιουσία από τη βλάβη αυτή.
Αφού ο εταιρικός σκοπός δεν τηρείται, έχουμε πράγματι εταιρικό σκοπό;
Για τη σύσταση μιας εταιρείας είναι απαραίτητη η ύπαρξη κάποιου σκοπού, συνήθως οικονομικού, ενίοτε και ιδεολογικού χαρακτήρα. Ο καθορισμός του εταιρικού σκοπού είναι απαραίτητος καθώς διασαφηνίζει το πλαίσιο δραστηριοτήτων της εταιρείας, ενώ ο εταίρος υποχρεούται να συμβάλει στην πραγμάτωση του σκοπού αυτού και να απέχει από ενέργειες που αποτελούν τροχοπέδη στην πραγμάτωσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν είχε ούτε τη δυνατότητα, ούτε την πρόθεση να εκπληρώσει τον εταιρικό σκοπό, επομένως θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο προβληθείς ως εταιρικός σκοπός αποτελεί ένα «πέπλο» απόκρυψης του πραγματικού σκοπού σύστασης της εταιρείας, δηλαδή την προσωπική ωφέλεια του ιδρυτή της. Ο σκοπός αυτός αντιβαίνει στα χρηστά ήθη και είναι παράνομος, επομένως αποτελεί και λόγο ακύρωσης της εταιρείας.
Συνεπεία των παραπάνω, όπως επισημαίνεται και στην απόφαση, «οι διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος προς τον παθόντα περί ευρέσεως εργασίας στην Αυστραλία δεν αποτελούσαν απλές υποσχέσεις ούτε η μη εύρεση εργασίας συνιστούσε αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, αφού ο αναιρεσείων δεν είχε τη δυνατότητα ούτε την πρόθεση να εκπληρώσει την υποχρέωση που ανέλαβε αλλ' αντιθέτως είχε ειλημμένη την απόφαση να μην προβεί στην ενέργεια αυτή».
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης η οποία είχε ως βάση την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και έλλειψη νόμιμης βάσης, απορρίφθηκε λόγω αβασιμότητας.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





