Α) Ένα σύγχρονο Σύνταγμα, όπως το Ελληνικό, είναι το σύνολο των θεμελιωδών κανόνων δικαίου, βάσει των οποίων το κράτος λειτουργεί παράγοντας το ρυθμιστικό πλαίσιο που η κοινωνία έχει ανάγκη αλλά αδυνατεί (ή αποτυγχάνει) να θεσπίσει και να επιβάλλει ιδίαις δυνάμεις. Σε γενικές γραμμές, ένα σύγχρονο Σύνταγμα, όπως το Ελληνικό, συμβάλλοντας στη λειτουργική συνένωση κοινωνίας-κράτους 1, διά του συμβιβασμού ή διά της εξισορρόπησης των ανταγωνιστικών συμφερόντων ή ιδεολογιών που επικρατούν στη συγκεκριμένη κοινωνία 2, αποσοβεί πρωτίστως τον κίνδυνο διαμάχης/αντιπαλότητας μεταξύ κοινωνίας και κράτους, προστατεύοντας κατά αυτό τον τρόπο την ανθρώπινη ζωή και προάγοντας την ειρηνική κοινωνική συμβίωση. Βέβαια, στο πλαίσιο μιας -συνταγματικά οργανωμένης σε κράτος- κοινωνίας ο απόλυτος χαρακτήρας της ατομικής ελευθερίας αυτοαναιρείται﮲ η δυνατότητα αυτοκαθορισμού (αυθυπαρξίας, αυτονομίας και αυτοδιάθεσης) του ατόμου ορίζεται πλέον από τα δικαιώματα που η έννομη τάξη παραχωρεί στο άτομο για την ικανοποίηση των βιοτικών του συμφερόντων. Συνεπώς τα δικαιώματα του πολίτη δεν προστατεύονται απλώς από το Σύνταγμα﮲ πέραν τούτου παράγονται από αυτό, όπερ σημαίνει ότι η ατομική ελευθερία εγκαταλείπει βαθμηδόν τη φυσική της διάσταση, μεταλλασσόμενη σε δικαίωμα για ελευθερία, εκεί και όπου η έκφραση της γενικής βούλησης της το επιτρέπει (διαφυλάσσοντας την ειρηνική κοινωνική συμβίωση στην οποία διαρκώς αποσκοπεί). Να σημειωθεί ότι η γενική βούληση έλκει την καταγωγή της από τους σκοπούς του δικαίου και σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με το κοινωνικό συμφέρον 3.
Με άλλα λόγια, χάρη του κοινωνικού συμφέροντος η παρεχόμενη προστασία των ατομικών συμφερόντων κατοχυρώνεται και προστατεύεται από το Σύνταγμα υπό την επιφύλαξη της προστασίας της γενικής βούλησης﮲ διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η πραγμάτωση της ατομικής βούλησης να αποβεί εις βάρος της γενικής βούλησης εμποδίζοντας την εκπλήρωση των σκοπών του δικαίου. Εν ολίγοις, τα ατομικά δικαιώματα, όπου και όταν εμφανίζονται ως συνταγματικές ρυθμίσεις και, για αυτό τον λόγο, ονομάζονται (και) συνταγματικά δικαιώματα, αποτελούν την απαραίτητη δικαιική προστασία, που παρέχεται στον πολίτη, ενάντια στα λάθη και τις αυθαιρεσίες των κυβερνώντων λειτουργούν, δε, ως αντιστάθμισμα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στις ρυθμίσεις τους διακρίνουμε ανάμεσα στο πεδίο αναφοράς και στο πεδίο προστασίας. Το πεδίο αναφοράς αφορά στην προστατευόμενη κοινωνική ύλη και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν συμπίπτει με το πεδίο προστασίας της συνταγματικής ρύθμισης. Έτσι, τα ατομικά (συνταγματικά) δικαιώματα καταλήγουν να εμπεριέχουν δυο κανόνες δικαίου: τον πρώτο που κατοχυρώνει και προστατεύει το ατομικό συμφέρον και τον δεύτερο που το περιορίζει 4 •τούτο συνήθως γίνεται με την επιφύλαξη του νόμου. Μέσω αυτής επιδιώκεται ρυθμιστικά η όσο το δυνατόν ισότιμη ικανοποίηση και πραγμάτωση του ατομικού και του κοινωνικού συμφέροντος. Έτσι διά των ατομικών (και συνταγματικών) δικαιωμάτων απονέμονται, ως επί το πλείστον, περιορισμένες εξουσίες στον πολίτη. Επισημαίνεται, όμως, ότι οι όποιοι (νομοθετικοί) περιορισμοί προβλέπονται στα ατομικά (συνταγματικά) δικαιώματα, οφείλουν να είναι σαφείς, συγκεκριμένοι και αντικειμενικοί. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται να φθάνουν μέχρι την αναίρεση του δικαιώματος 5.
Β) Τα συνταγματικά αγαθά εν γένει -είτε αποτελούν εκφάνσεις των συνταγματικών αρχών, ελευθεριών ή δικαιωμάτων είτε της γενικής βούλησης- υποτάσσονται στις επιταγές της αρχής της ενότητας του Συντάγματος απορρίπτοντας κατά αυτό τον τρόπο οποιαδήποτε σχέση ιεράρχησής τους﮲ ό,τι προβλέπεται στο Σύνταγμα έχει την ίδια αυξημένη νομική ισχύ και δεν μπορεί να ιεραρχηθεί, να σταθμιστεί ή να προκριθεί σε σχέση με τις υπόλοιπες συνταγματικές προβλέψεις. Σε περίπτωση σύγκρουσης συνταγματικών δικαιωμάτων, όταν οι προβλεπόμενες στο πεδίο προστασίας ρυθμίσεις τους αποβαίνουν αντιφατικές ή ασυμβίβαστες μεταξύ τους, η αρχή της ενότητας και υπεροχής του Συντάγματος εμποδίζει την (προτεινόμενη από μέρος της θεωρίας και νομολογίας) μέθοδο της «στάθμισης», που θα είχε ως αποτέλεσμα την αντιμετώπιση του συνταγματικού κειμένου ως αθροίσματος αλληλοαναιρούμενων μεταξύ τους διατάξεων﮲ στο μέτρο που η στάθμιση (ή η εκ των προτέρων αποδοχή της υπεροχής μιας συνταγματικής διάταξης) θα έδινε το προβάδισμα σε ένα από τα συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά, παραμερίζοντας το άλλο, θα έπληττε ανεπανόρθωτα την αυξημένη νομική ισχύ και δεσμευτικότητα του Συντάγματος ως συνόλου. Ακόμα και οι διατάξεις που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση ή σε αναστολή δεν θεμελιώνουν μια (γενική) σχέση υπεροχής έναντι των υπολοίπων συνταγματικών διατάξεων﮲ η προκύπτουσα διαφοροποίηση αφορά αποκλειστικά στα εσωτερικά στοιχεία της αναθεωρητικής διαδικασίας (άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος του 1975) και της διαδικασίας εμπόλεμης κατάστασης (άρθρο 48 παράγραφος 1 του Συντάγματος του 1975) 6. Ως εκ τούτου, τα (ενδεχομένως) συγκρουόμενα συνταγματικά αγαθά οφείλουν να υποβάλλονται σε αμοιβαίους περιορισμούς, ώστε να επιτευχθεί τελικά η καλύτερη δυνατή πρακτική εφαρμογή/εναρμόνιση του Συντάγματος ως συνόλου. Πρωτίστως διά της αλληλεξαρτήσεως και διά της αλληλεπιδράσεως των συνταγματικών ρυθμίσεων, που οδηγούν στην αναγκαστική συνύπαρξη και σύμπραξη όλων των συνταγματικών αγαθών, προστατεύεται η εσωτερική συνάφεια του Συντάγματος, ενισχύεται η υπεροχή και δεσμευτικότητά του και επιτυγχάνεται η εύρυθμη λειτουργία του. Δια ταύτα, εάν ένα από τα συγκρουόμενα αγαθά προσβάλλεται στον πυρήνα του, ενώ το άλλο μόνο στην περιφέρειά του, είναι εύλογο, επειδή κατά αυτό τον τρόπο διαφυλάσσεται επαρκώς η αρχή της ενότητας του Συντάγματος, το αγαθό που στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται η περιφέρειά του να υποχωρήσει χάρη του αγαθού, του οποίου ο πυρήνας απειλείται από την ταυτόχρονη άσκηση και των δύο. Σε καμία όμως περίπτωση η άσκηση ενός συνταγματικού αγαθού δεν επιτρέπεται να καθίσταται απαγορευτική για την άσκηση ενός άλλου (ισότιμου) συνταγματικού αγαθού.
Γ) Στην περίπτωση των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας στην Ελλάδα, εν έτει 2020, σαφώς περιορίζονται ατομικά (συνταγματικά) δικαιώματα﮲ ενδεικτικά αναφέρω την απαγόρευση της κυκλοφορίας και της ελεύθερης κίνησης των πολιτών, την υποχρεωτική χρήση μάσκας (σε ανοιχτούς και κλειστούς χώρους), την απαγόρευση κοινωνικών συναναστροφών και συναθροίσεων, την επιβολή περιορισμών στην (ελεύθερη) σύναψη συμβάσεων, στη επαγγελματική και επιχειρηματική δραστηριότητα, στην εργασία (με την αναστολή λειτουργίας επιχειρήσεων λιανεμπορίου, εστίασης, καλλωπισμού, άθλησης κλπ), στην παιδεία (με κλείσιμο σχολείων και υποχρεωτική τηλε-εκπαίδευση), στη θρησκευτική ελευθερία (με την απαγόρευση λειτουργίας ναών), στη τέχνη και την καλλιτεχνική δραστηριότητα (με την αναστολή λειτουργίας μουσείων, κινηματογράφων, θεάτρων και άλλων κέντρων διασκέδασης), στη δικαστική προστασία, στην ιδιοκτησία (με τυχόν επιτάξεις) και στην προστασία προσωπικών δεδομένων (με την καταγραφή ασθενών και την ιχνηλάτηση επαφών).
Αναμφισβήτητα όλες οι ανωτέρω δραστηριότητες υπάγονται (ως κοινωνική ύλη) στο πεδίο προστασίας συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 5, 9Α, 11, 13, 16, 17, 20 και 22 του Συντάγματος του 1975) αποκτώντας έτσι αυξημένη νομική ισχύ και, καταρχήν, το προβάδισμα έναντι του κοινωνικού συμφέροντος. Εντούτοις, όπου και όταν προβλέπεται επιφύλαξη νόμου, εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να παρέμβει ρυθμιστικά (περιορίζοντας) το εν λόγω συνταγματικό αγαθό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το κοινωνικό συμφέρον αποκτά ex nunc το προβάδισμα. Σε περίπτωση σύγκρουσης, με δεδομένη την (τελική) ισοτιμία του συνταγματικού αγαθού και του κοινωνικού συμφέροντος η ρυθμιστική παρέμβαση του νομοθέτη περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας, αλλά και από την αρχή προστασίας του συνταγματικού πυρήνα.
Επομένως δεν τίθεται θέμα (εκ των υστέρων) πρακτικής εναρμόνισης (και ισότιμης ικανοποίησης συγκρουόμενων συνταγματικών αγαθών), πόσω μάλλον ζήτημα στάθμισης συμφερόντων, όπως είδαμε ανωτέρω, καθώς ο συνταγματικός νομοθέτης είτε δεν προβλέπει επιφύλαξη νόμου σε ένα συνταγματικό αγαθό (π. χ. στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και την ελευθερία της τέχνης) είτε αποφασίζει να διευρύνει (εκ των προτέρων) ο ίδιος το πεδίο προστασίας του κρίσιμου συνταγματικού αγαθού, προκρίνοντας και επιτρέποντας προς προστασία του (εξαιρετικά και με επιφύλαξη νόμου) τη λήψη (περιοριστικών) μέτρων κατά την άσκηση άλλων συνταγματικών αγαθών.
Με την Ερμηνευτική Δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος του 1975: «Στην απαγόρευση της παραγράφου 4 δεν περιλαμβάνονται η απαγόρευση εξόδου με πράξη του εισαγγελέα, εξαιτίας ποινικής δίωξης, ούτε η λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών, όπως ο νόμος ορίζει» συντελείται αναντίρρητα η ως άνω ρητή επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη να διευρύνει το πεδίο προστασίας του συνταγματικού αγαθού της δημόσιας υγείας εις βάρος του συνταγματικού αγαθού της «ελεύθερης κίνησης και εγκατάστασης» των πολιτών.
Βέβαια τα ως άνω επιβαλλόμενα περιοριστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας (και προς προστασία της δημόσιας υγείας) πρέπει να λαμβάνονται πάντα σύμφωνα με τις συνταγματικές προβλέψεις 7 και, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας 8, πρέπει να έχουν προσωρινό και επείγοντα χαρακτήρα. Το ίδιο ισχύει και για τυχόν παρατάσεις τους τα περιοριστικά μέτρα δεν μπορούν να παρατείνονται διαρκώς (άνευ χρονικού περιορισμού), διαφορετικά αναιρούν το επιβαρυνόμενο συνταγματικό αγαθό (προσβάλλοντας τον πυρήνα του) και τούτο, σύμφωνα με την αρχή της ενότητας και της υπεροχής του Συντάγματος, δεν επιτρέπεται.
Πρέπει να καταστεί σαφές πως, εφόσον υφίσταται ρητή εντολή/απόφαση του συνταγματικού νομοθέτη ως προς τη διεύρυνση του πεδίου προστασίας ενός συνταγματικού αγαθού, όπως ανωτέρω της δημόσιας υγείας (προς αντιμετώπιση της πανδημίας), δεν επιτρέπεται η λήψη περιοριστικών μέτρων εις βάρος ενός άλλου συνταγματικού αγαθού, όπως της «ελεύθερης κίνησης και εγκατάστασης» των πολιτών, ως αποτέλεσμα «στάθμισης συμφερόντων» που πολλάκις εγκυμονεί κινδύνους αυθαιρεσίας, λανθασμένης αξιολόγησης και ανεπαρκούς προστασίας. Εν προκειμένω, στη λήψη περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, χάριν της συνταγματικής πρόβλεψης, ιδίως της Ερμηνευτικής Δήλωσης του άρθρου 5 του Συντάγματος του 1975, δεν υφίσταται σύγκρουση μεταξύ συνταγματικών αγαθών, η οποία θα έπρεπε να επιλυθεί διά της ερμηνευτικής μεθόδου της πρακτικής εναρμόνισης﮲ η λήψη περιοριστικών μέτρων προς προστασία του συνταγματικού αγαθού της δημόσιας υγείας, κατά το Ελληνικό Σύνταγμα, δεν έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του κοινού νομοθέτη και της διοίκησης, αλλά αποτελεί δέσμια αρμοδιότητά τους. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, εν έτει 2020, η πανδημία προσβάλλει στην Ελλάδα τη δημόσια υγεία ως εκ τούτου νομοθέτης και διοίκηση υποχρεούνται να λάβουν (περιοριστικά) μέτρα για την αντιμετώπισή της βάσει συνταγματικής επιλογής που απορρέει από την Ερμηνευτική Δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος του 1975 και τη συνταγματική υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την υγεία των πολιτών, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος του 1975.
Δ) Πέραν των περιορισμών του συνταγματικού αγαθού της «ελεύθερης κίνησης και εγκατάστασης» των πολιτών χάριν της δημόσιας υγείας, ως επί το πλείστον οι υπόλοιποι (ανωτέρω αναφερόμενοι) περιορισμοί, που επιβάλλονται στους πολίτες εν καιρώ πανδημίας, βρίσκουν το συνταγματικό τους έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 25 του Συντάγματος του 1975, στην παράγραφο 1 εδάφια 1 και 2 «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους», και ιδίως στην παράγραφο 4 «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
Καταρχάς επισημαίνεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δικαιούται να επιβάλλει στους πολίτες υποχρεώσεις﮲ η «εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης», συμφώνα με το άρθρο 25 παράγραφο 4 του Συντάγματος του 1975, αποτελεί αναμφισβήτητα μια τέτοιου είδους συνταγματική υποχρέωση. Συγκεκριμένα, μέσω αυτής προβλέπεται η κοινωνικά ωφέλιμη άσκηση των ατομικών (συνταγματικών) δικαιωμάτων από τους φορείς τους και συγχρόνως απαγορεύονται όλες οι βλαπτικές του κοινωνικού (και εθνικού) συμφέροντος συμπεριφορές. Σε αντίθετη περίπτωση, όταν τα ατομικά (συνταγματικά) δικαιώματα ασκούνται επιβλαβώς (ή/και καταχρηστικώς) για το κοινωνικό συμφέρον ή για αλλότρια συνταγματικά αγαθά (προσβάλλοντάς τα), διαρρηγνύεται ο νομιμοποιητικός δεσμός τους με την έννομη (συνταγματική) τάξη, έτσι ώστε, αποδοκιμάζοντας η τελευταία αυτές τις βλαπτικές συμπεριφορές, να περιορίζει τη νομική ισχύ των εν λόγω δικαιωμάτων μέσω κυρώσεων (και ποινών) που στόχο τους έχουν την παύση και αποκατάσταση της συντελούμενης βλάβης. Ειδικότερα με τη συνταγματική κατοχύρωση και προστασία της (ατομικής) υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 5 του Συντάγματος του 1975 «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας», δημιουργείται η υποχρέωση των υποκειμένων δικαίου (πολιτών) να συμβάλλουν αδιαλείπτως (με πράξη, με παράλειψη ή με ανοχή τους) στην ικανοποίηση του συνταγματικού αγαθού της υγείας (δημόσιας και ατομικής) και να απέχουν γενικότερα από συμπεριφορές (κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους) που θα μπορούσαν να το προσβάλλουν. Διαφορετικά θα δεχθούν (περιοριστικές της ελευθερίας ή της περιουσίας τους) κυρώσεις που το κράτος (ως δικαιοπαραγωγική μηχανή) υποχρεούται να επιβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 εδάφιο 2 του Συντάγματος του 1975, σε όσους δεν συμμορφώνονται στη συνταγματική επιλογή/απόφαση.
Εν κατακλείδι, η λήψη περιοριστικών μέτρων και η επιβολή κυρώσεων για την αντιμετώπιση της πανδημίας (προς προστασία της δημόσιας και ατομικής υγείας) δεν είναι θέμα στάθμισης συμφερόντων ή συνταγματικής πρακτικής εναρμόνισης, αλλά αποτελεί μια (ρητή) συνταγματική επιταγή που συνολικά λαμβάνει τη μορφή ενός τέλειου κανόνα δικαίου, εμπεριέχοντας τόσο τη δευτερεύουσα πρόταση της μη συμμόρφωσης, δηλαδή της παράβασης, όσο και την κύρια πρόταση της συνέπειας, δηλαδή της κύρωσης. Επομένως, ουδόλως τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας των περιοριστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας, εφόσον αυτά λαμβάνονται σύμφωνα με το Σύνταγμα﮲ αντιθέτως ή παράλειψή τους ή/και η παράβασή τους στοιχειοθετούν αντισυνταγματικές συμπεριφορές που υπόκεινται σε κυρώσεις.
1 Βλ. Θεμιστοκλής Τσάτσος: Το πρόβλημα της ερμηνείας εν τω συνταγματικώ δικαίω, 1970, σελ. 2 επ.
2 Βλ. Αριστόβουλος Μάνεσης: Οι κύριες συνιστώσες του συστήματος θεμελιωδών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, στο: Σύμμεικτα προς τιμήν του Φαίδωνος Θ. Βεγλερή, Η κρίση των θεσμών του κράτους, σελ 527.
3 Γεράσιμος Θεοδόσης, Μια συντομότερη ιστορία του δικαίου, 2018, σελ. 36.
4 E. Stein, Staatsrecht, 1993, σελ. 237 επ.
5 Γεράσιμος Θεοδόσης, ό. π. σελ. 61.
6 Δημήτρης Θ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο. Θεμελιώδη Δικαιώματα, τόμος Γ, 1988, σελ. 296.
7 Άρθρο 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος του 1975: «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Ο ανωτέρω συνταγματικός κανόνας πρέπει να ερμηνεύεται ως εξής: Στο Σύνταγμα ή στα χρηστά ήθη πρέπει να πηγάζουν τα δικαιώματα των άλλων για να περιορίζουν αλλότριο ατομικό δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, άλλως δεν τυγχάνουν συνταγματικής προστασίας (και ένδικης προστασίας), βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, ό. π. σελ. 59.
8 Άρθρο 25 παράγραφος 1 εδάφιο 4 του Συντάγματος του 1975: «Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Δηλαδή, οι περιορισμοί των ατομικών (συνταγματικών) δικαιωμάτων πρέπει να είναι κατάλληλοι και αναγκαίοι, άλλως δεν ισχύουν, βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, ό. π. σελ. 80.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





