Α) Στη χώρα μας ένα δικαίωμα χορηγείται στο άτομο (ή/και πολίτη), ως επί το πλείστον, από το κράτος μέσω του δικαίου 1. Θεμελιώδη (εκ των ων ουκ άνευ) προϋπόθεση της εγκυρότητας και έννομης ισχύος του παραχωρηθέντος δικαιώματος αποτελεί η σύμφωνη με το Σύνταγμα παραγωγή (δικαιοθεσία) του2. Με άλλα λόγια, η προβλεπόμενη στο δικαίωμα ατομική βούληση δεν μετουσιώνεται τελικά σε ατομική εξουσία, καθώς ο δικαιούχος του δεν σέβεται και δεν τηρεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες του έχει χορηγηθεί το εν λόγω δικαίωμα (ή/και εξουσία). Τούτο σημαίνει ότι ο χορηγός του (αυτοπροστατευόμενος ή/και εκφράζοντας την αποδοκιμασία του) το απαγορεύει είτε ανακαλώντας το ιδίαις δυνάμεις είτε ζητώντας να αρθεί (ετερονόμως) για το μέλλον ή αναδρομικά η εμπεριεχόμενη σε αυτό εξουσία. Γενικά, ό,τι απαγορεύεται ρητά δεν επιτρέπεται﮲ αντίθετα δε, ό,τι δεν απαγορεύεται ρητώς και σαφώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, επιτρέπεται. Σε κάθε περίπτωση, μια ρητή απαγόρευση δεν καταλύει το δικαίωμα αλλά το πλέγμα προστασίας που το περιβάλλει﮲ όπου και όταν αναφέρεται ρητά μια απαγόρευση, αυτή αποτελεί ένα είδος κύρωσης που σχετίζεται με την ισχύ, ποσώς με την υπόσταση του απαγορευθέντος δικαιώματος3. Ως εκ τούτου, χορηγηθέν δικαίωμα από το Σύνταγμα (ή από τους σύμφωνους με το Σύνταγμα νόμους) με την απαγόρευσή του δεν καταργείται• εξακολουθεί να υφίσταται (χωρίς να παράγει έννομα αποτελέσματα).
Β) Στην Ελλάδα, τα πολιτικά κόμματα κατοχυρώνονται και προστατεύονται σε συνταγματικό επίπεδο, για πρώτη φορά4, με το άρθρο 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975: «Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα, που η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Συνεπώς, βάσει του άρθρου 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975, χορηγείται σε όλους τους Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα (δικαίωμα του εκλέγειν)5, το δικαίωμα ίδρυσης και λειτουργίας πολιτικών κομμάτων﮲ επιπρόσθετα προβλέπεται ότι οι εν λόγω δικαιούχοι ασκούν «ελεύθερα» αυτό το συνταγματικό (πολιτικό) δικαίωμά τους, όπερ σημαίνει, ουδεμία (προηγούμενη) διοικητική ή δικαστική άδεια ή άλλο προληπτικό μέτρο μπορεί να προβλεφθεί ως προς την ίδρυση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, σχετική με τον έλεγχο τυπικών ή ουσιαστικών κριτηρίων που -σε περίπτωση προσβολής, παράβασης ή παράλειψής τους- θα συνεπαγόταν ενδεχομένως τη μεταγενέστερη (δικαστική) διάλυση των πολιτικών κομμάτων. Με την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 δεν εφαρμόζονται για τα πολιτικά κόμματα οι συνταγματικές διατάξεις του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι6, ιδίως δε οι περιορισμοί που τίθενται με το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3 του Συντάγματος του 1975 σε ενώσεις, σωματεία κλπ7.
Γ) Τη μόνη (εκ των ων ουκ άνευ) προϋπόθεση που θέτει το Ελληνικό Σύνταγμα για τη συνταγματική και ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία των πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας είναι η τήρηση (αποδοχή/ διαβεβαίωση) από τα πολιτικά κόμματα τής (εμπεριεχόμενης στο άρθρο 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975) ρήτρας ότι «η οργάνωση και η δράση τους οφείλει να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος». Πλήρως εναρμονισμένη με την ανωτέρω συνταγματική επιταγή είναι η αντίστοιχη (από τον νόμο προβλεπόμενη) υποχρέωση διαβεβαίωσης κάθε πολιτικού κόμματος τόσο στην ιδρυτική του δήλωση για τη νόμιμη ανάληψη δραστηριότητας όσο και στην παρεμφερή με αυτή δήλωση για τη νόμιμη συμμετοχή του στις εκάστοτε εκλογές (που υποβάλλονται στον Άρειο Πάγο). Ελλείψει Συνταγματικού Δικαστηρίου, σε καμία περίπτωση η παράβαση, παράλειψη ή άρνηση τήρησης της ανωτέρω συνταγματικής ρήτρας (και ως εκ τούτου των απαιτούμενων δηλώσεων δημοκρατικού φρονήματος) εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων, από μόνη της, δεν προκαλεί (ούτε δικαιολογεί) τη διάλυση του παραβατικού πολιτικού κόμματος. Δικαιολογημένα, αντίθετα, χαρακτηρίζεται η διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975 (και ο εμπεριεχόμενος σε αυτή κανόνας δικαίου) ως ατελής (lex imperfecta), επειδή στην προκείμενη περίπτωση η υποτιθέμενη πρόταση της μη συμμόρφωσης, δηλαδή της παράβασης, δεν συμπληρώνεται με τη λεγόμενη πρόταση της συνέπειας, δηλαδή της κύρωσης, που θα μπορούσε να ήταν η διάλυση του παραβατικού πολιτικού κόμματος ή μια γενική απαγόρευση συμμετοχής του στις εκλογές. Προφανώς ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 δεν επέλεξε για λόγους, που ο ίδιος έκρινε σημαντικούς τη δεδομένη χρονική στιγμή, την απαγόρευση ως κύρωση του συνταγματικού κανόνα, με τον οποίο κατοχύρωνε και προστάτευε (πρώτη φορά) τα πολιτικά κόμματα. Έκτοτε -λόγω της υπεροχής, του αυστηρού του χαρακτήρα και της αρχής της ενότητας του Συντάγματος- μόνο ο αναθεωρητικός (συνταγματικός) νομοθέτης δικαιούται να τροποποιήσει, να αναιρέσει ή να τελειοποιήσει την ειλημμένη (σε συνταγματικό επίπεδο) αυτή απόφαση. Επομένως, μέχρι την αναθεώρηση η διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975 ισχύει και εφαρμόζεται στο συνταγματικό αγαθό «πολιτικά κόμματα» ο θεμελιώδης ερμηνευτικός κανόνας: Ό,τι απαγορεύεται ρητά δεν επιτρέπεται﮲ αντίθετα δε, ό,τι δεν απαγορεύεται ρητώς και σαφώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, επιτρέπεται8.
Δ) Δεδομένου ότι όλα τα συνταγματικά αγαθά/δικαιώματα, επομένως και τα «πολιτικά κόμματα», χάρη στη συνταγματική κατοχύρωση και προστασία τους διαθέτουν αυξημένη νομική ισχύ, η οποία δεν μπορεί να αποκλεισθεί ή να περιορισθεί βάσει του άρθρου 25 παράγραφος 3 του Συντάγματος του 1975, που εν γένει δεν επιτρέπει την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων από τους δικαιούχους τους. Ούτως ή άλλως, η αρχή της υπεροχής και η αρχή της ενότητας του Συντάγματος δεν επιτρέπουν την καταχρηστική άσκηση ενός συνταγματικού αγαθού/δικαιώματος, όταν δηλαδή ασκείται καθ’ υπέρβαση του σκοπού για τον οποίον χορηγήθηκε﮲ ποσώς δε η τελεσφόρηση της προβληθείσας ένστασης καταχρηστικότητας δικαιολογεί και θεμελιώνει μια νομοθετική πρόβλεψη απαγόρευσης ως προς τα «πολιτικά κόμματα», άνευ άλλης συνταγματικής αναθεώρησης. Ατελής ή ασαφής η διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975 εξακολουθεί να ισχύει χωρίς να παράγει αυξημένη νομική ισχύ﮲ εντούτοις, εάν πέραν της κυρίαρχης συντακτικής εξουσίας άλλη (συντεταγμένη ή μη) εξουσία επιχειρήσει να διαλευκάνει τη (θελημένη ή μη) ατέλεια ή ασάφεια του άρθρου 29 παράγραφος 1 εδάφιο 1 του Συντάγματος του 1975, υποβαθμίζει ουσιαστικά τον συνταγματικό αυτό κανόνα προκαλώντας επικίνδυνα ρήγματα στο δικαιοκρατικό και δημοκρατικό οικοδόμημα του Ελληνικού Συντάγματος9.
Ε) Εκ των ανωτέρω ποσώς αμφισβητείται ότι το πρωτοδίκως καταδικασθέν πολιτικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ως «εγκληματική οργάνωση», σύμφωνα με το άρθρο 187 ΠΚ, δικαιούται να δηλώσει/διαβεβαιώσει ότι η οργάνωση και δράση του «εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος», ώστε να συμμετάσχει νομίμως στις επόμενες εκλογές﮲ τίθεται όμως σοβαρά υπό αμφισβήτηση η συνταγματικότητα μιας (μελλοντικής) νομοθετικής πρόβλεψης απαγόρευσης (ως προς τη συμμετοχή του στις εκλογές) του πολιτικού κόμματος της Χρυσής Αυγής. Ακόμα και αμυνόμενη η Ελληνική Δημοκρατία εξακολουθεί να λειτουργεί ως κράτος δικαίου. Αντιθέτως, ουδεμία ένσταση αντισυνταγματικότητας μπορεί να προβληθεί και να τελεσφορήσει σε περίπτωση που ο Άρειος Πάγος είτε ανακαλέσει (μετά την οριστική δικαστική απόφαση) την ιδρυτική δήλωση του πολιτικού κόμματος της Χρυσής Αυγής είτε απορρίψει τυχόν εκλογική δήλωση του ιδίου πολιτικού κόμματος για τη νόμιμη συμμετοχή του στις επόμενες εκλογές10.
1 Επισημαίνεται ότι και η συμβατική δικαιογένεση/δικαιοθεσία προβλέπεται σε κανόνα δικαίου (κρατικής προέλευσης), βλ. άρθρο 361 ΑΚ.
2 Βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, Μια συντομότερη ιστορία του δικαίου, 2018, σελ. 55 επ.
3 Βλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, ό. π. σελ. 75.
4 Προηγουμένως τα πολιτικά κόμματα αναγνωρίζονταν, εμμέσως, μόνο από τα δημοκρατικά Συντάγματα του 1925 και του 1927 στις αναφερόμενες στη σύσταση των κοινοβουλευτικών επιτροπών διατάξεις τους, βλ. άρθρο 53 του Συντάγματος του 1925 και άρθρο 55 του Συντάγματος του 1927.
5 Βλ. άρθρο 51 παράγραφος 3 του Συντάγματος του 1975. Να σημειωθεί ότι, βάσει αυτού του άρθρου, ρυθμίζεται ουσιαστικά σε συνταγματικό επίπεδο η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως παρεπόμενη ποινή.
6 Βλ. άρθρο 12 του Συντάγματος του 1975 και άρθρα78 επ. ΑΚ.
7 Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975, τα πολιτικά κόμματα δεν υπάγονται (πλέον) στο πεδίο προστασίας του άρθρου 12. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται η νομοθετική σύσταση ενός «αναγκαστικού κόμματος», όπως τούτη προβλέπεται, βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 5 του Συντάγματος του 1975, για τους συνεταιρισμούς, βλ. Π. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, 1991, σελ 766.
8 Βλ. ανωτέρω.
9 Πρβλ. Γεράσιμος Θεοδόσης, ό. π. σελ. 66.
10 Βλ. Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Χρυσή Αυγή και εκλογές, στο: syntagmawatch 12.10.2020.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





