Με τη δημοσιευθείσα στις 28-10-2021 απόφασή του, (στην υπόθεση C 909/19), το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αποφάνθηκε ότι η περίοδος κατά την οποία ο εργαζόμενος παρακολουθεί επαγγελματική κατάρτιση που του επέβαλε ο εργοδότης του, η οποία πραγματοποιείται εκτός του συνήθους τόπου εργασίας του, στις εγκαταστάσεις του παρέχοντος τις υπηρεσίες κατάρτισης, και κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος δεν ασκεί τα συνήθη καθήκοντά του, συνιστά χρόνο εργασίας, στο πλαίσιο των διατάξεων της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας.
Από το Δικαστήριο επισημαίνεται ότι το άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88 ορίζει τον «χρόνο εργασίας» ως «[κ]άθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία του, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του». Κατά το άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας αυτής, η έννοια της «περιόδου ανάπαυσης» ορίζεται αρνητικά ως κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας.
Συνεπώς, οι έννοιες του «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου ανάπαυσης» είναι αλληλοαποκλειόμενες. Ως εκ τούτου, η περίοδος επαγγελματικής κατάρτισης ενός εργαζομένου πρέπει να χαρακτηρίζεται είτε ως «χρόνος εργασίας» είτε ως «περίοδος ανάπαυσης» για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας 2003/88, καθόσον η οδηγία αυτή δεν προβλέπει ενδιάμεση κατηγορία .
Περαιτέρω, οι έννοιες του «χρόνου εργασίας» και της «περιόδου ανάπαυσης» είναι έννοιες του δικαίου της Ένωσης οι οποίες επιβάλλεται να ορίζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, με αναφορά στο σύστημα και στον σκοπό της οδηγίας 2003/88. Μόνο μια τέτοια αυτοτελής ερμηνεία μπορεί να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της οδηγίας αυτής καθώς και την ομοιόμορφη εφαρμογή των εν λόγω εννοιών στο σύνολο των κρατών μελών.
Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι καθοριστικός παράγων για να θεωρηθεί ότι συντρέχουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία του «χρόνου εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88, είναι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι παρών σε χώρο που έχει καθορίσει ο εργοδότης και να βρίσκεται εκεί στη διάθεση του τελευταίου για να παράσχει αμέσως τις υπηρεσίες του όταν χρειαστεί.
Στο πλαίσιο αυτό, ως τόπος εργασίας νοείται ο τόπος στον οποίο ο εργαζόμενος καλείται να ασκήσει δραστηριότητα κατ’ εντολήν του εργοδότη του, περιλαμβανομένης της περιπτώσεως στην οποία ο τόπος αυτός δεν είναι το μέρος όπου ασκεί συνήθως την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Όταν όμως ο εργαζόμενος λαμβάνει εντολή από τον εργοδότη του να παρακολουθήσει επαγγελματική κατάρτιση προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελεί τα καθήκοντα που ασκεί και όταν, επιπλέον, ο εργοδότης αυτός υπέγραψε ο ίδιος τη σύμβαση επαγγελματικής κατάρτισης με την επιχείρηση που καλείται να παράσχει την κατάρτιση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά τις περιόδους επαγγελματικής κατάρτισης, ο εργαζόμενος αυτός βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 1, της οδηγίας 2003/88.
Δεν ασκεί επίσης επιρροή το γεγονός, το οποίο υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, ότι οι περίοδοι επαγγελματικής κατάρτισης πραγματοποιούνται, εν όλω ή εν μέρει, εκτός του κανονικού ωραρίου εργασίας, δεδομένου ότι, για τους σκοπούς της έννοιας του «χρόνου εργασίας», η οδηγία 2003/88 δεν κάνει διάκριση ανάλογα με το αν η εργασία αυτή παρέχεται στο πλαίσιο του κανονικού χρόνου εργασίας ή όχι .
Εξάλλου, το γεγονός ότι η επίμαχη επαγγελματική κατάρτιση δεν πραγματοποιείται στον συνήθη τόπο εργασίας του εργαζομένου, αλλά στους χώρους της επιχείρησης που παρέχει τις υπηρεσίες κατάρτισης, ουδόλως αναιρεί, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη σχετικής αποφάσεως, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι παρών στον χώρο που έχει καθορίσει ο εργοδότης και, κατά συνέπεια, δεν εμποδίζει, τον χαρακτηρισμό των επίμαχων περιόδων επαγγελματικής κατάρτισης ως «χρόνου εργασίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88.
Τέλος, ούτε το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ασκεί, κατά τη διάρκεια των περιόδων επαγγελματικής κατάρτισης, διαφορετική δραστηριότητα από εκείνη που ασκεί στο πλαίσιο των συνήθων καθηκόντων του εμποδίζει τον χαρακτηρισμό των περιόδων αυτών ως χρόνου εργασίας όταν ο εργαζόμενος παρακολουθεί την επαγγελματική κατάρτιση με πρωτοβουλία του εργοδότη και όταν, κατά συνέπεια, υπακούει, στο πλαίσιο της εν λόγω κατάρτισης, στις εντολές του.
Στον βαθμό που από την απόφαση του Δικαστηρίου (και σύμφωνα με την νομολογία που παρατίθεται στην απόφαση) προκύπτει ότι η δυνατότητα των εργαζομένων να διαχειρίζονται τον χρόνο τους χωρίς σημαντικούς περιορισμούς και να ασχολούνται με τα ενδιαφέροντά τους συνιστά στοιχείο ικανό για να στοιχειοθετηθεί ότι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος δεν συνιστά χρόνο εργασίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88/ΕΚ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο χρόνος που αφιερώνεται στην επαγγελματική κατάρτιση, κατόπιν αιτήματος του εργοδότη, συνιστά χρόνο εργασίας.
Συμπερασματικά θα λέγαμε καθοριστικός παράγοντας για να χαρακτηριστεί μία χρονική περίοδος ως χρόνος εργασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2003/88, είναι το γεγονός ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι παρών σε χώρο που έχει καθορίσει ο εργοδότης και να βρίσκεται εκεί στη διάθεση του τελευταίου για να παράσχει αμέσως τις υπηρεσίες του όταν χρειαστεί.
Τούτο σαφώς αφορά και κάθε περίοδο κατά την οποία ο εργαζόμενος υποχρεούται να είναι παρών σε χώρο που έχει καθορίσει ο εργοδότης και να βρίσκεται εκεί στη διάθεσή του για να παράσχει αμέσως τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τις εντολές του, όπως για παράδειγμα ο καθορισμένος χρόνος προετοιμασίας (όπως έχει καθοριστεί από τον εργοδότη) για ανάληψη της εργασίας .
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ





