Τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύονται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους αλλά και σε ευρωπαϊκό και ενωσιακό επίπεδο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διασφαλίζονται μέσα από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), την οποία τα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν κυρώσει (άρθρο 6 παρ. 2 ΣΕΕ). Στο πλαίσιο της ΕΕ προστατεύονται μέσω του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (ΧΘΔΕΕ) ο οποίος προσδίδει μια επιπλέον προστασία των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και των συναφθεισών συνθηκών (Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ένωση {ΣΕΕ} και Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης {ΣΛΕΕ}).
Η ελευθερία της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα προσκρούει όχι μόνο στο δικαίωμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και σε αυτό της προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, η οποία αν και δεν είναι ταυτόσημη με την προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη. Η εναρμόνιση των δύο δικαιωμάτων έχει απασχολήσει ιδιαίτερα το ΔΕΕ αλλά και το ΕΔΔΑ, τα οποία αποφαίνονται κατά περίπτωση είτε υπέρ του ενός δικαιώματος είτε του άλλου, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την αρχή της αναλογικότητας.
Η ελευθερία έκφρασης εξασφαλίζεται κάτω από ένα διπλό φάσμα: την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία αναζήτησης, λήψης και μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών χωρίς την παρέμβαση των δημοσίων αρχών. Η ελευθερία έκφρασης προστατεύεται στο άρθρο 11 του ΧΘΔΕΕ και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ αλλά και μέσα από τη νομολογία του ΔΕΕ, σύμφωνα με την οποία αποτελεί «γενική αρχή του δικαίου της ΕΕ» (ERT, C–260/89, σκ. 44, Ter Voort, C–219/91, σκ. 35). Η προστασία που παρέχει το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενο των απόψεων αλλά έχει ευρύτερο χαρακτήρα, καθώς επεκτείνεται και στον τρόπο και το μέσο διάδοσής τους (ΕΔΔΑ De Haes και Gijsels κατά Βελγίου, 24/2/1997, παρ. 48).
Τα δικαιώματα που εμπίπτουν στο Χάρτη, όπως δηλαδή και το δικαίωμα έκφρασης, απευθύνονται άμεσα στα όργανα και τους οργανισμούς της ΕΕ, αλλά και στα κράτη- μέλη της ΕΕ όταν πρόκειται για ζήτημα που ρυθμίζεται από το ενωσιακό δίκαιο (άρθρο 51 ΧΘΔΕΕ). Η ελευθερία της έκφρασης δύναται να περιοριστεί, όμως ο περιορισμός αυτής απαγορεύεται να είναι ευρύτερος από αυτόν που ορίζει το άρθρο 52 του ΧΘΔΕΕ και το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Πρόκειται για περιορισμούς όπως η προστασία της εθνικής ασφάλειας, η προάσπιση της τάξης, η πρόληψη εγκλημάτων για την αποτροπή της τρομοκρατίας, η προστασία των ηθών, η πρόληψη της αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών και η διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
Περιορισμοί του δικαιώματος τίθενται επίσης και για την προστασία της φήμης και της υπόληψης τρίτων, ο οποίος συνδέεται με το δικαίωμα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Προκειμένου να περιοριστεί η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να θίγει σε σημαντικό επίπεδο την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου (ΕΔΔΑ Axel Springer κατά Γερμανίας (Ευρεία Σύνθεση), 7/2/2012, παρ. 83).
Ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασης πρέπει να είναι απόλυτα αναγκαίος, καθώς το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης είναι ίσο με αυτό στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων. Κατά συνέπεια, τα δικαιώματα αυτά πρέπει να αντιμετωπίζονται με ισότητα από το ΕΔΔΑ, το ΔΕΕ αλλά και τα εθνικά δικαστήρια και να εκτιμάται κατά περίπτωση αν το ζήτημα εμπίπτει στο δημόσιο διάλογο ή αν αφορά σε ζητήματα της ιδιωτικής ζωής των προσώπων.
Οι παραπάνω περιορισμοί επιβάλλονται όταν προβλέπονται από το νόμο, για την υλοποίηση θεμιτών σκοπών, όταν συντρέχει επιτακτική ανάγκη, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αναλογικός είναι ένας περιορισμός όταν αποτελεί «μέτρο αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία» για την προστασία διαφόρων έννομων αγαθών. Αναλογικότητα υφίσταται δηλαδή όταν ανάμεσα στα πρόσφορα μέτρα που δύνανται να ληφθούν για την εκπλήρωση του σκοπού εφαρμόζεται το ηπιότερο. Αν υπάρχει επιλογή ηπιότερου μέτρου και αυτό δεν εφαρμόζεται, τότε ο περιορισμός δεν είναι αναλογικός.
Η ελευθερία της έκφρασης και κατ’ επέκταση η πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα συνδέεται με την έννοια της διαφάνειας, δηλαδή τον ανοιχτό χαρακτήρα και τη δημοσιότητα αναφορικά με τις ενέργειες και τις αποφάσεις των οργάνων της Ένωσης και το διάλογο με τους πολίτες αυτής (αρ. 1 ΣΕΕ). Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα κατοχυρώνεται στην παρ. 3 του άρθρου 15 ΣΛΕΕ και σχετίζεται με τον ανοιχτό χαρακτήρα των εργασιών των οργάνων και των οργανισμών της ΕΕ αλλά και των δημόσιων συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όταν πρόκειται για σχέδια νομοθετικών πράξεων (άρθρο 15 παρ. 1 και 2) (Β.Ι. Καραγεώργου, Η αρχή της διαφάνειας στην ενωσιακή έννομη τάξη: Όψεις μιας αναδυόμενης νομικής αρχής, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013). Το δικαίωμα πρόσβασης κατοχυρώνεται επίσης στον Κανονισμό 1049/2001 που εφαρμόζεται έως και σήμερα ως παράγωγο δίκαιο.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 15 ΣΕΕ έχει διττή σημασία: από τη μια ο πολίτης έχει το δικαίωμα να ζητήσει πρόσβαση στις πληροφορίες που επιθυμεί, από την άλλη τα όργανα της Ένωσης έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν την πρόσβαση αυτή. Η διασφάλιση της πρόσβασης αυτής δεν εξασφαλίζεται μόνο με την παροχή από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο των απαιτούμενων εγγράφων, αλλά και με τη δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων εκ των προτέρων, χωρίς δηλαδή να υπάρχει κάποιο σχετικό αίτημα από τον πολίτη.
Το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα κατοχυρώνεται και στο άρθρο 42 ΧΘΔΕΕ, που συνδέεται με το άρθρο 41 του Χάρτη, το οποίο αφορά στο δικαίωμα χρηστής διοίκησης και στην πρόσβαση του υποκειμένου στο φάκελό του. Η ΕΣΔΑ δεν περιλαμβάνει ρητά το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα, παρά μόνο το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης. Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν ότι ο Χάρτης και η ΣΛΕΕ καινοτομούν κατοχυρώνοντας το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα δίνοντάς του έναν ισχυρό ρόλο που δεν περιορίζεται μόνο στο ότι προέρχεται από την ελευθερία της έκφρασης και πληροφόρησης. Ταυτόχρονα, η εμβέλεια του άρθρου 42 αφορά σ’ όλα τα θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης, εν αντιθέσει με τον Κανονισμό 1049/2001, ο οποίος αναφέρεται στην πρόσβαση στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 1049/2001, η πρόσβαση στα έγγραφα πρέπει να παρασχεθεί υποχρεωτικά, εκτός εάν η διοίκηση επικαλεσθεί κάποια από τις εξαιρέσεις που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 4: δημόσια ασφάλεια, άμυνα, στρατιωτικές υποθέσεις, δημοσιονομική πολιτική της Ένωσης, προστασία των προσωπικών δεδομένων, εμπορικά συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου. Το εμπλεκόμενο όργανο δεν μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση σε όλες τις περιπτώσεις, καθώς είναι πιθανό η γνωστοποίηση του εγγράφου να επιτάσσεται από λόγους υπερισχύοντος δημοσίου συμφέροντος. Σε περίπτωση εξαιρέσεων, το όργανο καλείται να εξετάσει αν μπορεί να παρέχει μερική πρόσβαση στα έγγραφα αν όχι ολική, ώστε να επέλθει στάθμιση των δικαιωμάτων (Δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα και πληροφορίες κατά το ευρωπαϊκό δίκαιο, διαθέσιμο σε: https://www.ombudsman.europa.eu/el/speech/el/11308). Καθένα από τα δικαιώματα αυτά πρέπει να ασκηθεί μέχρι το σημείο που δεν προσκρούει με το άλλο.
Ως προσωπικά δεδομένα θεωρούμε κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικά πρόσωπα που ταυτοποιούνται ή δύνανται να ταυτοποιηθούν. Το άτομο στο οποίο αφορούν τα δεδομένα αυτά ονομάζεται υποκείμενο των δεδομένων. Ως ειδικές κατηγορίες δεδομένων χαρακτηρίζουμε τα προσωπικά δεδομένα φυλετικού, εθνικού, πολιτικού χαρακτήρα, τα οποία προστατεύονται επιμέρους στην εθνική νομοθεσία κάθε κράτους. Το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του ΧΘΔΕΕ και στο άρθρο 16 της ΣΛΕΕ. Τα άρθρα αυτά συνδέονται στενά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενεργοποιείται κάθε φορά που πραγματοποιείται επεξεργασία τους. Επομένως, είναι ευρύτερο από το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.
Ως προς την επεξεργασία των δεδομένων, αυτή πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με τη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από τον νόμο. Τα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης αναφορικά με τα δεδομένα που τα αφορούν, αλλά και δικαίωμα διόρθωσης αυτών (αρ. 8 ΧΘΔΕΕ).
Σε επίπεδο Συνθηκών, η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατοχυρώνεται μέσα από το άρθρο 39 ΣΕΕ και το άρθρο 16 ΣΛΕΕ. Το άρθρο 39 όπως και το άρθρο 8 του Χάρτη αναφέρεται στην προστασία των προσώπων από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και στον έλεγχο των ανεξάρτητων αρχών. Το άρθρο 39 αναφέρεται στην προστασία των δεδομένων από την επεξεργασία που διενεργούν τα κράτη-μέλη και όχι τα όργανα της Ένωσης. Ο Χάρτης κατοχυρώνει μια γενικού χαρακτήρα προστασία, χωρίς να αναφέρεται στα όργανα της Ένωσης ή στα κράτη-μέλη.
Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα χρίζουν προστασίας και μέσω του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 (Γενικός Κανονισμός Προστασίας δεδομένων {ΓΚΠΔ-GDPR}), στον οποίο προσδιορίζονται έννοιες όπως τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το υποκείμενο αυτών, η επεξεργασία, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ο εκτελών την επεξεργασία. Ο Κανονισμός επεκτείνει περισσότερο την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθορίζοντας τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι νόμιμη η επεξεργασία τους (ΓΚΠΔ, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α).
Σύμφωνα με τον Κανονισμό, σε κάθε επεξεργασία πρέπει να τηρούνται οι αρχές της νομιμότητας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας. Η νομιμότητα προϋποθέτει τουλάχιστον μία προϋπόθεση από τις παρακάτω: συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων ως προς την επεξεργασία τους, αναγκαιότητα της επεξεργασίας για τη σύναψη σύμβασης, έννομη υποχρέωση, αναγκαιότητα για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου προσώπου, αναγκαιότητα για την εκπλήρωση καθήκοντος δημόσιου συμφέροντος, αναγκαιότητα για τα έννομα συμφέροντα του υπεύθυνου επεξεργασίας ή τρίτου (σε περιπτώσεις που δεν υπερισχύουν έναντι αυτών τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του υποκειμένου των δεδομένων). Αν λοιπόν οι παραπάνω προϋποθέσεις και αρχές τηρούνται, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την εξασφάλιση της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα δεν αντιβαίνει στα συμφέροντα του υποκειμένου, εκτός αν δεν τηρεί την αρχή της προσφορότητας και της αναλογικότητας.
Η ΕΣΔΑ δεν εμπεριέχει κάποιο άρθρο που να προβλέπει άμεσα την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το άρθρο 8 εμπεριέχει την προστασία του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής η οποία συνδέεται με την προστασία των προσωπικών δεδομένων καθώς σύμφωνα με το ΕΔΔΑ η συλλογή ή η δημοσίευση προσωπικών δεδομένων εκ μέρους κρατικών οργάνων ελλείψει συναίνεσης του υποκειμένου αυτών αποτελεί επέμβαση στο σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής (ΕΔΔΑ Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου 28/10/1994 παρ. 84-86, ΕΔΔΑ Joanna Szulc κ. Πολωνίας 13/11/2012, παρ. 81.). Η προστασία της ιδιωτικής ζωής προβλέπεται και από τον ΧΘΔΕΕ (άρθρο 7).
Προκειμένου να επιλυθεί η σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και της ιδιωτικής ζωής του ατόμου, ο Κανονισμός 1049/2001 προέβλεψε εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα (αρ. 4 παρ. 1 στοιχείο β’). Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να ασκείται το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα χωρίς να παραβιάζει τις ελευθερίες του υποκειμένου των πληροφοριών αυτών. Η εξαίρεση αυτή εφαρμόζεται όταν κρίνεται θεμιτό και αναγκαίο, χωρίς να παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα. Αν η πρόσβαση σε ένα έγγραφο είναι σημαντική για την κοινωνία, είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή έστω μερικώς η υποχώρηση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων για το συγκεκριμένο σκοπό (Β.Ι. Καραγεώργου Η αρχή της διαφάνειας στην ενωσιακή έννομη τάξη: Όψεις μιας αναδυόμενης νομικής αρχής, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013). Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα προτεραιότητας αλλά στάθμισης μεταξύ των δικαιωμάτων, προκειμένου να μην παραβιάζεται κανένα από αυτά. Αυτό φαίνεται και στις αποφάσεις στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια.
1.Απόφαση Δ.Ε.Ε. Bavarian Lager κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπέρ της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα
Η εταιρία Bavarian Lager δημιουργήθηκε για να εισάγει γερμανικό ζύθο στα ποτοπωλεία του Ηνωμένου Βασιλείου, όμως η διάθεση του προϊόντος της δεν κατέστη δυνατή, καθώς σύμφωνα με τη βρετανική νομοθεσία για την προμήθεια ζύθου τα βρετανικά ζυθοποιεία μπορούσαν να αγοράζουν ζύθο από άλλο ζυθοποιείο αρκεί να είχε συσκευαστεί σε βαρέλι. Τα παραγόμενα εκτός Ηνωμένου Βασιλείου είδη ζύθου δεν θεωρούνταν «ζύθος που έχει συσκευαστεί σε βαρέλι». Έτσι, η Bavarian Lager είχε υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή. Κατά τη διαδικασία διαπίστωσης της παράβασης από την Επιτροπή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής, της Βρετανικής Κυβέρνησης και της συνομοσπονδίας ζυθοποιών της κοινής αγοράς (CBMC) έλαβαν μέρος σε συνάντηση, των πρακτικών της οποίας η Bavarian Lager υπέβαλε αίτηση με μνεία του ονόματος όλων των συμμετεχόντων. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από την Επιτροπή διότι η Bavarian Lager δεν θεμελίωσε ρητό και νόμιμο σκοπό για τη δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων επομένως έπρεπε να προστατευθεί η ιδιωτική ζωή των συμμετεχόντων όπως ορίζεται από τον ΓΚΠΔ.
Στην άρνηση αυτή η Bavarian Lager απάντησε με προσφυγή κατά της απόφασης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (τότε Πρωτοδικείου), το οποίο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, κρίνοντας ότι η απλή αναγραφή του ονόματος των ενδιαφερομένων στον κατάλογο των συμμετεχόντων στη συνεδρίαση εξ ονόματος του οργανισμού τον οποίο εκπροσωπούσαν δεν συνιστούσε προσβολή ούτε έθετε σε κίνδυνο την ιδιωτική ζωή των προσώπων αυτών. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι υπήρχε νομική υποχρέωση να δημοσιοποιηθούν τα δεδομένα αυτά, επομένως το υποκείμενο δεν είχε δικαίωμα να αντιταχθεί στην επεξεργασία αυτών (Β. Ι. Καραγεώργου Η αρχή της διαφάνειας στην ενωσιακή έννομη τάξη: Όψεις μιας αναδυόμενης νομικής αρχής, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013).
Η Επιτροπή κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επεσήμανε ότι όταν υποβάλλεται αίτημα βασισμένο στον κανονισμό (ΕΚ) 1049/2001 για την πρόσβαση σε έγγραφα τα οποία περιέχουν προσωπικά δεδομένα, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 εφαρμόζονται στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένης της διάταξης που επιβάλλει στον αποδέκτη της διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την υποχρέωση να αποδείξει την ανάγκη δημοσιοποίησής τους καθώς και της διάταξης που παρέχει στο υποκείμενο των δεδομένων τη δυνατότητα να αντιταχθεί ανά πάσα στιγμή στην επεξεργασία των δεδομένων αυτών (σκέψη 63).
Έτσι, το ΔΕΕ διαπίστωσε ότι ο κατάλογος προσώπων που συμμετείχαν στη συνάντηση αυτή, ο οποίος περιλαμβανόταν στα πρακτικά της, περιείχε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001, καθόσον τα πρόσωπα που μετείχαν στη συνάντηση μπορούσαν να ταυτοποιηθούν (σκέψη 70). (ΔΕΕ, Διεύθυνση Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Θεματικό Δελτίο, Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Ιούλιος 2020, σελ. 54-55, διαθέσιμο σε: file:///C:/Users/user/Downloads/fiche_thematique_-_donnees_personnelles_-_el.pdf).
2.Η απόφαση Δ.Ε.Ε Borax Europe κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπέρ της διαφάνειας
Στην υπόθεση Borax Europe η Επιτροπή είχε αρνηθεί να χορηγήσει έγγραφο το οποίο περιείχε την ταυτότητα των εμπειρογνωμόνων που συμμετείχαν σε μια ομάδα που λειτουργούσε υπό την αιγίδα της με σκοπό να παρέχει συμβουλές αναφορικά με τον χαρακτηρισμό κάποιων ουσιών ως επικίνδυνων. Το Πρωτοδικείο έπρεπε να εκτιμήσει αν η άρνηση της πρόσβασης στα έγγραφα αυτά δικαιολογούταν υπό το πρίσμα της εξαίρεσης του Κανονισμού 1049/2001 ΕΚ σχετικά με την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου και ειδικότερα της επαγγελματικής του εξέλιξης.
Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα με την αιτιολογία ότι η αποκάλυψη της ταυτότητας των εμπειρογνωμόνων έθιγε τόσο την ακεραιότητά τους όσο και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων σύμφωνα με τον Κανονισμό 45/2001 ΕΚ. Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η Επιτροπή δεν είχε βάσιμους λόγους για να αποτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα, καθώς δεν κατέστησε φανερό τον τρόπο με τον οποίο θα προσβαλόταν η ακεραιότητα των εμπειρογνωμόνων μέσα από την γνωστοποίηση των ονομάτων τους ούτε και το πως παραβιάζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων.
Η άρνηση της πρόσβασης σε πληροφορίες δεν είχε βάση, καθώς δεν αποδείχτηκε προσβολή του δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων από την κοινοποίηση των πληροφοριών αυτών. Όμοια έκβαση είχε και η υπόθεση του ΕΔΔΑ Magyar Helsinki Bizottság κατά Ουγγαρίας, (άρνηση των αρχών να παρέχουν σε μια ΜΚΟ πληροφορίες αναφορικά με τη δουλειά ενός συνηγόρου υπεράσπισης που είχε διοριστεί αυτεπαγγέλτως) στην οποία το δικαστήριο τάχθηκε υπέρ της ελευθερίας λήψης πληροφοριών, καθώς οι πληροφορίες αυτές ήταν αναγκαίες για την εξασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, μια από τις εξαιρέσεις για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί πρόσβαση στα έγγραφα ακόμη κι αν τίθεται ζήτημα προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Η προώθηση της συζήτησης σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαία, αναλογική και πρόσφορη τη στιγμή που αφορά στο δημόσιο τομέα ο οποίος πρέπει να διέπεται από απόλυτη διαφάνεια.
3. Απόφαση Δ.Ε.Ε Client Earth κατά Ε.F.S.A. υπέρ της πρόσβασης στα έγγραφα
Στην υπόθεση Client Earth, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) είχε συνθέσει ομάδα εργασίας, της οποίας το σχέδιο της κατευθυντήριας οδηγίας υποβλήθηκε σε δημόσια διαβούλευση και οι ClientEarth και Pesticide Action Network Europe (PAN Europe) ζήτησαν από την EFSA πρόσβαση σε έγγραφα σχετικά με την προπαρασκευή του σχεδίου κατευθυντήριας οδηγίας, συμπεριλαμβανομένων των ατομικών παρατηρήσεων των εξωτερικών πραγματογνωμόνων, την οποία η EFSA επέτρεψε. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν θα γνωστοποιούσε τα ονόματα των πραγματογνωμόνων καθώς η γνωστοποίηση των ονομάτων των πραγματογνωμόνων θα συνιστούσε διαμοιρασμό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, (άρθρο 8 του κανονισμού ΕΚ 45/2001) χωρίς να πληρούνται οι προβλεπόμενες κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις για τη γνωστοποίηση αυτή.
Η ClientEarth και η PAN Europe άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ώστε να ακυρωθεί η απόφαση της EFSA, όμως το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή τους. Στη συνέχεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου αίτηση αναίρεσης. Το δικαστήριο κατέληξε ότι η γνωστοποίηση των ονομάτων των πραγματογνωμόνων αποτελούσε διαμοιρασμό δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το Δικαστήριο εφόσον καθιστούσε δυνατό τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου πραγματογνώμονα που είχε συντάξει την αντίστοιχη παρατήρηση.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης το επιχείρημα της ClientEarth και της PAN Europe αναφορικά με τις αμφιβολίες σχετικά με την αμεροληψία και τη διαφάνεια της EFSA. Ο ισχυρισμός περί μεροληπτικής συμπεριφοράς της EFSA λόγω της συνεργασίας της με πραγματογνώμονες που είχαν προσωπικά συμφέροντα υπαγορευόμενα από τις σχέσεις τους με βιομηχανικούς κύκλους βασιζόταν σε μελέτη που επιβεβαίωνε τους δεσμούς αυτούς. Σχετικά με το επιχείρημα αυτό, το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου θεωρώντας ότι η απόκτηση των στοιχείων είναι επιτακτική προκειμένου να ελεγχθεί η αμεροληψία των πραγματογνωμόνων κατά την άσκηση των επιστημονικών καθηκόντων τους για λογαριασμό της EFSA. Η αμφισβήτηση της αμεροληψίας των πραγματογνωμόνων ήταν επαρκής για την απόδειξη της αναγκαιότητας της διαβίβασης του επίμαχου πληροφοριακού στοιχείου, γεγονός που έπρεπε να διαπιστωθεί και από το Γενικό Δικαστήριο (σκέψεις 57-59).
Σχετικά με τον κίνδυνο προσβολής της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας των πραγματογνωμόνων λόγω της γνωστοποίησης των ονομάτων τους, έκρινε ότι το επιχείρημα της EFSA αποτελούσε εκτίμηση γενικού χαρακτήρα χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Επομένως, η γνωστοποίηση των προσωπικών δεδομένων ήταν αναλογική, αλλά και απαραίτητη για την εξάλειψη των αμφιβολιών περί μεροληψίας, δίνοντας ταυτόχρονα στους εμπλεκόμενους πραγματογνώμονες τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα έννομης προστασίας, το βάσιμο των προαναφερθεισών αιτιάσεων περί μεροληψίας (σκέψεις 69, 73) (ΔΕΕ, Διεύθυνση Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Θεματικό Δελτίο, Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, Ιούλιος 2020, διαθέσιμο: file:///C:/Users/user/Downloads/fiche_thematique_-_donnees_personnelles_-_el.pdf).
4. Δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων και αρχή της αναλογικότητας
Η υπόθεση Rechnungshof κατά Österreichischer Rundfunk εξετάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθώς αξιολογεί κατά πόσο η συλλογή δεδομένων των προσώπων διεξάγεται για θεμιτό σκοπό. Εν προκειμένω η νομοθεσία υποχρέωνε κρατικό φορέα να συλλέγει και να διαβιβάζει δεδομένα σχετικά με το εισόδημα των υπαλλήλων του προκειμένου το όνομα και το εισόδημα των υπαλλήλων αυτών να δημοσιοποιηθούν σε ετήσια έκθεση σχετικά με τα εισοδήματα υπαλλήλων δημοσίων οντοτήτων διαθέσιμη στο ευρύτερο κοινό. Κάποιοι υπάλληλοι αρνήθηκαν να γνωστοποιήσουν τα δεδομένα αυτά προκειμένου να προστατεύσουν τα δεδομένα που τα αφορούν.
Στην απόφασή του, το ΔΕΕ επικαλέστηκε το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, (ο Χάρτης δεν είχε τότε δεσμευτικό χαρακτήρα) και έκρινε ότι η συλλογή και η γνωστοποίηση σε τρίτα πρόσωπα δεδομένων σχετικά με τα εισοδήματα ενός ατόμου από άσκηση επαγγέλματος εμπίπτει στο πεδίο του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και αποτελεί παραβίαση του δικαιώματος αυτού. Η ενέργεια αυτή θα ήταν δικαιολογημένη εάν προβλεπόταν από τον νόμο, επεδίωκε θεμιτό σκοπό και ήταν αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Η αυστριακή νομοθεσία επεδίωκε μεν θεμιτό σκοπό, καθώς η γνωστοποίηση των δεδομένων αποσκοπούσε στη διατήρηση των αποδοχών των δημόσιων υπαλλήλων εντός εύλογων ορίων. Ωστόσο, ο θεμιτός αυτός σκοπός είναι απαραίτητο να είναι αναλογικός ως προς το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.
Το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει αν η δημοσιοποίηση των δεδομένων σχετικά με τα εισοδήματα φυσικών προσώπων ήταν αναγκαίο και ανάλογο μέτρο για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ωστόσο, προκειμένου να διαφυλαχτεί το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής από κάθε υπερβολικό μέτρο, το ΔΕΕ ζήτησε από το εθνικό δικαστήριο να εξετάσει αν ο σκοπός θα μπορούσε να επιτευχθεί εξίσου αποτελεσματικά με ένα λιγότερο παρεμβατικό μέτρο (Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συµβούλιο της Ευρώπης, Εγχειρίδιο σχετικά με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, έκδοση 2018, 2019, διαθέσιμο σε: https://fra.europa.eu/sites/default/files/fra_uploads/fra- coe-edps-2018-handbook-data-protection_el.pdf).
Μπορεί λοιπόν ο σκοπός να είναι θεμιτός και αναγκαίος, όμως η ενωσιακή αλλά και η εθνική νομοθεσία κάθε κράτους πρέπει να εξετάζει όχι μόνο αν το μέτρο που λαμβάνει είναι πρόσφορο, δηλαδή κατάλληλο για την επίτευξη του σκοπου, αλλά και αν είναι το μοναδικό κατάλληλο μέτρο. Πρέπει να εξετάζει λοιπόν αν το μέτρο είναι αναλογικό, δηλαδή αν δεν υπάρχει κάποιο πιο ήπιο μέτρο να εφαρμόσει ώστε να αποφύγει τυχόν παραβιάσεις ελευθεριών. Στην περίπτωση που υπάρχει ηπιότερο μέτρο και δεν εφαρμόζεται, τότε το εφαρμοσθέν μέτρο δεν είναι αναλογικό. Αν όμως το εφαρμοσθέν μέτρο αποτελεί τη μοναδική δυνατή λύση σε έναν αναγκαίο σκοπό, τότε δεν υπάρχει παραβίαση του εκάστοτε δικαιώματος είτε αυτό αποτελεί την προστασία της ιδιωτικής ζωής όπως σε αυτή την υπόθεση, είτε την προστασία της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





