Στην απόφαση 200/2021 του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της απόφασης του εφετείου σύμφωνα με την οποία η εργοδότρια εταιρεία δεν κρίθηκε υπεύθυνη αποζημίωσης για το θάνατο εργαζομένου της ο οποίος ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. Ειδικότερα, αρχικά η αγωγή της ενάγουσας κρίθηκε νόμιμη με την υπ' αριθ. 11/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας οπότε και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγομένων να της καταβάλουν τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά. Έπειτα υπήρξαν δύο εφέσεις από την εναγόμενη εταιρεία, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, το οποίο απέρριψε κατ’ουσίαν την πρώτη και δέχτηκε κατ’ουσίαν τη δεύτερη, εξαφανίζοντας τη πρωτόδικη απόφαση και απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη.
Σε ποιές περιπτώσεις λοιπόν μπορεί να αξιωθεί αποζημίωση από τον εργοδότη;
Ο Αστικός Κώδικας όταν πρόκειται για σωματική βλάβη ή για θανάτωση, είναι πολύ συγκεκριμένος ως προς το ότι ο υπεύθυνος οφείλει να αποδώσει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ' εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται μ' αυτά (928 ΑΚ). Έχει επίσης την υποχρέωση σε περίπτωση σωματικής βλάβης να αποδώσει αποζημίωση για όσα ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του (929 ΑΚ). Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το άρθρο 928, σύμφωνα με το οποίο ο υπεύθυνος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει πέρα από τον παθόντα εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Εν προκειμένω, η ενάγουσα, η οποία ήταν σύζυγος του θανόντος και μητέρα των ανήλικων τέκνων τους λοιπόν έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση. Το ζήτημα είναι από ποιον. Μπορεί σε περίπτωση βλάβης ή θανάτου ο παθών ή οι συγγενείς του αντίστοιχα να ζητήσουν αποζημίωση από τον προστήσαντα και υπό ποιές προϋποθέσεις;
Εν προκειμένω, το εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη διότι ο εργαζόμενος, κατά το χρόνο, που έλαβε χώρα το εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια το θανάσιμο τραυματισμό του, και ενόσω ήταν εν ζωή, «υπήρξε ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και ως εκ τούτου η πρώτη εναγομένη ως εργοδότριά του και οι δεύτερη, τρίτος και τέταρτη εναγόμενοι ως προστηθέντες από την πρώτη απαλλάσσονται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης της ενάγουσας ατομικά και των τέκνων της Δ.- Μ., Ε. και Ν., είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915, ήτοι την προερχόμενη από ειδική αμέλεια κατά το ατύχημα γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που ειδικά προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, εκτός εάν το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε δόλο της εργοδότριας. Ότι, η ενάγουσα ατομικά και ως μόνη ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της με την ένδικη αγωγή της δεν επικαλείτο ότι το εργατικό ατύχημα που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της και πατέρα των ανηλίκων, οφείλεται σε δόλο των νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης και των προστηθέντων από αυτή ως άνω αναφερόμενων λοιπών εναγομένων, αλλά ούτε και επικαλείται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η γνώση των εναγομένων και η βούλησή τους προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Ότι, ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δεν δικαιούται να αιτείται από τους εναγόμενους αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη».
Επομένως, το εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή λόγω του γεγονότος ότι δεν τέθηκε ζήτημα δόλου του εργοδότη ή κάποιου από τους εργαζομένους, αλλά ειδική αμέλεια. Δεν υπήρχε δηλαδή κάτι που να αποδεικνύει τη γνώση ή τη βούληση που αποτελούν απαραίτητα συστατικά για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Λόγω των ειδικών διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων λοιπόν δεν στοιχειοθετείται ευθύνη του εργοδότη από αμέλεια, ούτε για αποζημίωση του κοινού δικαίου ούτε για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915. Επομένως η ενάγουσα δεν δύναται να αξιώσει την αποζημίωση λόγω στέρησης της διατροφής του άρθρου 928 ΑΚ.
Ειδικότερα, από τα άρθρα 34 παρ.2 και 60 παρ.3 του Α.Ν. 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" προκύπτει ότι εάν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξαιτίας βιαίου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας του, υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή εάν το ατύχημα συνέβη στον τόπο εργασίας του που βρίσκεται στην ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ (αρ. 3 Ν.1305/1982), ανεξάρτητα με το αν κατά το χρόνο του ατυχήματος ο παθών είχε ασφαλισθεί ή όχι στο ΙΚΑ, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, όσο και από την ειδική αποζημίωση του Ν. 551/1915, ακόμη και εάν το ατύχημα οφειλόταν στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων. Ο εργοδότης έχει ευθύνη προς αποζημίωση λοιπόν μόνο αν έχει ο ίδιος ή πρόσωπο που έχει προστηθεί από αυτόν δόλο.
Ηθική βλάβη και εργοδότης
Η απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη των παραπάνω δεν συνεπάγεται και απαλλαγή από την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που ο παθών ή οι συγγενείς του σε περίπτωση θανάτου υπέστησαν από το ατύχημα (932 ΑΚ). Να σημειωθεί εδώ ότι για να αξιωθεί χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη πρέπει να υπάρχει πταίσμα του εργοδότη ή κάποιου εργαζομένου (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 1389/2018). Ως πταίσμα μπορεί να χαρακτηριστεί και η αμέλεια του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν εργαζομένων και μάλιστα όχι μόνο ειδική αμέλεια. Συνεπώς, η υπαιτιότητα δύναται να στοιχειοθετηθεί και από αμέλεια, η οποία στοιχειοθετείται σε περιπτώσεις στις οποίες δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, (εν προκειμένω ο εργοδότης ή οι εργαζόμενοι) κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει. Απαραίτητα φυσικά για να υπάρξει η υπαιτιότητα είναι άλλα δύο στοιχεία: η ύπαρξη παράνομης πράξης ή παράλειψης αυτών και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας του θύματος.
Τα παραπάνω επισημαίνονται και στην υπ’αριθμόν απόφαση 842/2019 του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία «για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κωδικοποιηθέντος Ν. 551/1915 ( ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 412/2008). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330, 914 και 922 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) η υπαιτιότητα του υποχρέου ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β) το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη (ΑΠ 1389/2018).»
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





