Εν μέσω πανηγυρισμών από τις ίδιες τις τράπεζες και την κυβέρνηση, αλλά σε κλίμα έντονης αμφισβήτησης για την ποιότητα και τα πραγματικά αποτελέσματα των stress tests, οι αγορές παίρνουν σήμερα τη σκυτάλη από την ΕΚΤ για να κάνουν την δική τους «αξιολόγηση» σε σχέση με τις προοπτικές που διανοίγονται την επόμενη μέρα των τεστ αντοχής.
Το πρώτο και κύριο συμπέρασμα που εξάγεται είναι πως υπό την προστατευτική ομπρέλα της ΕΚΤ που έλαβε υπόψη δύο διαφορετικά σενάρια για τις ελληνικές τράπεζες (με και χωρίς αυξήσεις κεφαλαίου και πλάνα αναδιάρθρωσης), το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εμφανίζεται να έχει μετεξελιχθεί σε ένα από τα πλέον θωρακισμένα όλης της Ε.Ε, εμφανίζοντας πλεόνασμα κεφαλαίων 4,55 δισ. ευρώ, ενώ με βάση τα στατικά stresstests θεωρούνταν από τα χειρότερα της Ευρώπης με αθροιστικά ελλείμματα 8,6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2013.
Από μόνη της αυτή η εξέλιξη και παρά τους αστερίσκους που περιλαμβάνει (πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, μείωση λειτουργικών εξόδων και εν συνεχεία χρήση του αναβαλλόμενου φόρου) είναι αρκετή σύμφωνα με πολλούς αναλυτές με τους οποίους συνομίλησε το capital, να απογειώσει βραχυπρόθεσμα τις τραπεζικές μετοχές και τα warrants, και να βάλει φωτιά στο ελληνικό χρηματιστήριο που επί οκτώ μήνες ζούσε τόσο με τον φόβο της επεκτεινόμενης μαύρης τρύπας στην κεφαλαιακή επάρκεια των εγχώριων τραπεζών, όσο και με τον προβληματισμό του πολιτικού ρίσκου, χάνοντας έως και το 38% της αξίας του σε επτά μήνες.
Η διαφαινόμενη επιτυχία στα stress tests νομιμοποιεί παράλληλα την κυβέρνηση να απεργάζεται σχέδια για το πώς θα αξιοποιήσει τα 11,4 δισ. ευρώ του ΤΣΧ προς όφελος της μείωσης του χρέους και της δημιουργίας «πιστωτικής γραμμής», αλλά παράλληλα και να κλείνει το μάτι για περαιτέρω ιδιωτικοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών μέσω πώλησης μετοχών σε επενδυτές ή την υποβολή δημόσιων προτάσεων για την απόκτηση warrants.
Τα περιθώρια ανόδου των τραπεζών
Στο ερώτημα για το ποια θα μπορούσε να είναι η «δίκαιη αποτίμηση» του τραπεζικού κλάδου μετά τα stresstests, οι ξένοι οίκοι έχουν ήδη απαντήσει κρατώντας πολύ ψηλά τον πήχη των τιμών στόχων που σε μέσα επίπεδα συμποσούνται σε μια προσδοκώμενη μελλοντική αποτίμηση πάνω από 40 δισ. ευρώ έναντι των 28 δισ. ευρώ που διαμορφώνεται σήμερα η συνολική χρηματιστηριακή αξία των τραπεζικών μετοχών. Θεωρητικά ο κλάδος εμφανίζεται να έχει περιθώρια ανόδου πάνω από 40% σε σχέση με τα τωρινά επίπεδα, ωστόσο δεν σημαίνει ότι από αύριο η υπεραισιοδοξία θα πρέπει να είναι μοναδικός σύμβουλος των επενδυτών, καθώς παραμένουν αρκετά ανοιχτά θέματα, με κυριότερο ακόμη την αντιμετώπιση της πλημμυρίδας των κόκκινων δανείων (80 δισ. ευρώ στην Ελλάδα και 879 δισ. ευρώ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο) που συνεχίζουν να αυξάνονται και να συντηρούν την επιφυλακτικότητα στον κλάδο, και παράλληλα το πάντα υπαρκτό ενδεχόμενο της προκήρυξης πρόωρων εκλογών.
Από την πρώτη ανάγνωση, πάντως, των stress tests προκύπτει σύμφωνα με χρηματιστηριακούς παράγοντες, ότι η αγορά είχε υπερεκτιμήσει τους κινδύνους, και όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της Nuntius ΑΧΕΠΕΥ Αλέξανδρος Μωραϊτάκης «είχε αντίθετα υποεκτιμήσει σημαντικά τόσο τη δυνατότητα περαιτέρω βελτίωσης της κεφαλαιακής διάρθρωσης με βάση τη χρήση της νομοθεσίας για την αναβαλλόμενη φορολογία όσο και την προοπτική οργανικής κερδοφορίας από το 2015 που θα επιτρέψει την σταδιακή αποπληρωμή των κεφαλαίων προς το κράτος».
Το καλό σενάριο για τις ελληνικές τραπεζικές μετοχές υποστηρίζει ότι η Δευτέρα είναι μια καινούρια μέρα για το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα καθώς με τα αποτελέσματα των stress test αίρονται πλέον και οι τελευταίες ανησυχίες σχετικά με την ποιότητα ενεργητικού και την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.
Πρακτικά αν ισχύσει αυτό, η ψαλίδα της αποτίμησης των ελληνικών τραπεζών σε σχέση με τον ευρωπαϊκό κλάδο θα πρέπει να αρχίσει να κλείνει. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Euroxx οι ελληνικές τράπεζες είναι σήμερα διαπραγματεύσιμες κατά 0,7 έως 0,9 φορές την ενσώματη λογιστική τους αξία για το 2014 έναντι 1,11 φορές των ευρωπαϊκών τραπεζών, παρότι έχουν ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση με δείκτη κεφαλαίων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET 1) σε 13% έναντι 10,5% των ευρωπαίων ανταγωνιστών.
Αρκετοί αναλυτές θεωρούν πως από το μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα εκδηλωθεί στα warrantsτων συστημικών τραπεζών, κυρίως γιατί προηγήθηκε κατάρρευση των τιμών τους λόγω των ανησυχιών ότι θα υπάρξει μεγάλο dilutionεφόσον γίνονταν νέες αυξήσεις κεφαλαίου.
Τεστ στις 1.000-1.100 μονάδες
Από διαγραμματικής πλευράς, ο τραπεζικός δείκτης δείχνει να έχει πλέον αντιστρέψει την βραχυπρόθεσμη καθοδική τάση μετά την επαναφορά πάνω από τις 133-137 μονάδες και θεωρητικά η πιο σοβαρή μεσοχρόνια αντίσταση που έχει μπροστά του είναι περίπου 20% υψηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα, στις 160-170 μονάδες όπου εντοπίζονται οι κινητοί μέσοι όροι των 200 ημερών και η πάνω πλευρά του πλαγιοκαθοδικού καναλιού τάσης του τελευταίου επταμήνου.
Σε επίπεδο Γενικού Δείκτη μένει να φανεί κατά πόσο η πιθανολογούμενη ανοδική δυναμική των τραπεζών και το προεξοφλητικό παιχνίδι πως τα κεφάλαια του ΤΧΣ θα αξιοποιηθούν πλέον για την δημιουργία «πιστωτικής γραμμής», θα αποδειχθεί αρκετά ισχυρή ώστε να διασπαστούν «με την πρώτη» οι πολύ ισχυρές αντιστάσεις της ζώνης 1.044- 1.100 μονάδων.
Ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν όλοι «μπουν ξαφνικά» στις τράπεζες, τι θα συμβεί με τις υπόλοιπες μετοχές που τουλάχιστον κατά τις συνεδριάσεις Πέμπτης και Παρασκευής, φαίνεται ότι πλήρωσαν την διαρροή των θετικών πληροφοριών για τα stress tests (+13% ο ΔΤΡ την περασμένη εβδομάδα) και την αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων υπέρ του τραπεζικού κλάδου.
Δεν αποκλείεται ωστόσο, μέχρι να ολοκληρωθεί ο τρέχον ανοδικός κυματισμός από τα χαμηλά των 852 μονάδων ή να αντιστραφεί σε ανοδική η τάση της αγοράς, κάποιες μετοχές της πραγματικής οικονομίας που ήταν οι μεγάλοι πρωταγωνιστές της περσινής ανόδου (π.χ «κρατικόχαρτα», να υπο-αποδώσουν έναντι των τραπεζών, αν και μετοχές όπως των ΕΛΠΕ, της ΕΥΔΑΠ και της ΔΕΗ που κατέρρευσαν το προηγούμενο διάστημα, δείχνουν να βρίσκονται σε διαδικασία μεσοπρόθεσμου πυθμένα στο ΧΑ.
Πηγή: www.capital.gr





