Στις 23 Νοεμβρίου 1998, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 σχετικά με τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) για επιβολή κυρώσεων. Ύστερα από αρκετά χρόνια εφαρμογής του κανονισμού του Συμβουλίου, και λαμβανομένου υπόψη ότι οι εξουσίες της ΕΚΤ διευρύνθηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, η ΕΚΤ υπέβαλε στο Συμβούλιο, στις 16 Απριλίου 2014, σύσταση για κανονισμό του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό του 1998.
Η σύσταση της ΕΚΤ περιλαμβάνει τροποποιήσεις σχετικά με τον ορισμό των περιοδικών χρηματικών ποινών, τις γενικές αρχές και το πεδίο εφαρμογής, τις κυρώσεις σε περίπτωση μη εκτέλεσης καθήκοντος, τους διαδικαστικούς κανόνες για την αρμοδιότητα κίνησης της διαδικασίας σε περίπτωση παραβάσεων και τη σχέση με τις εθνικές αρμοδιότητες, ειδικούς κανόνες όσον αφορά τα ανώτατα όρια κυρώσεων που επιβάλλει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, ειδικούς κανόνες όσον αφορά κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας επανεξέτασης, καθώς και ειδικές προθεσμίες όσον αφορά διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλει η ΕΚΤ κατά την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της.
Γενικές εκτιμήσεις
Η χρηματοπιστωτική κρίση ανέδειξε την ανάγκη καλύτερης ρύθμισης και εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα της ΕΕ. Έτσι εγκρίθηκαν νέοι κανόνες για να εξασφαλιστεί κατάλληλη ρύθμιση και αποτελεσματική εποπτεία όλων των χρηματοπιστωτικών παραγόντων, προϊόντων και αγορών. Οι κανόνες αυτοί συνθέτουν ένα βασικό πλαίσιο για το σύνολο των 28 κρατών μελών της ΕΕ και στηρίζουν μια ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που να χαρακτηρίζεται από εύρυθμη λειτουργία. Η επακόλουθη κρίση της ευρωζώνης πρόσθεσε άλλη μια διάσταση, τονίζοντας το ενδεχόμενο ενός φαύλου κύκλου μετάδοσης του κινδύνου μεταξύ τραπεζών και κρατών. Έγινε σαφές ότι, για να εξασφαλιστεί η επιβίωση και η μακροπρόθεσμη ευδοκίμηση του ενιαίου νομίσματος, χρειαζόταν μια οικονομική και νομισματική ένωση με καλύτερη διακυβέρνηση και περισσότερη ενοποίηση.
Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος δεν αρκεί ένας υγιέστερος χρηματοπιστωτικός τομέας. Ειδικότερα μάλιστα για τις χώρες που έχουν κοινό νόμισμα, έγινε κοινά αποδεκτή η ανάγκη για μια ουσιαστικότερη και πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση - χρειαζόταν η έμπρακτη εξασφάλιση ομοιόμορφης εφαρμογής των κανόνων για το σύνολο των 28 κρατών μελών. Αυτό ώθησε τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ να δεσμευθούν τον Ιούνιο του 2012 υπέρ μιας τραπεζικής ένωσης. Η τραπεζική ένωση δημιουργείται ειδικότερα για τις χώρες που έχουν νόμισμα το ευρώ, αλλά είναι ανοιχτή για όσα εκτός ευρωζώνης κράτη μέλη της ΕΕ θα ήθελαν να ενταχθούν σε αυτήν (χώρες προαιρετικής προσχώρησης).
Ο κανονισμός του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2532/98 αναμένεται να αποτελέσει ένα ακόμη βήμα στην κατεύθυνση της εφαρμογής ενός συνεκτικότερου και πιο ολοκληρωμένου ρυθμιστικού πλαισίου.
Ο ρόλος της ΕΚΤ: καλύτερη εποπτεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος
Για να είναι πλήρως αποτελεσματικό το ρυθμιστικό πλαίσιο, πρέπει να συνοδεύεται από ενδελεχή εποπτεία και έμπρακτη επιβολή της εφαρμογής. Ο στόχος είναι επομένως η αναβάθμιση της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε επίπεδο ΕΕ, με βελτίωση του συντονισμού μεταξύ εθνικών εποπτικών αρχών αφενός και ενίσχυση της πανενωσιακής εποπτείας για την αντιμετώπιση των κινδύνων και προβλημάτων διασυνοριακής εμβέλειας αφετέρου, υπό την τελική καθοδήγηση της ΕΚΤ. Τα δύο επίπεδα εποπτείας είναι συμπληρωματικά και είναι και τα δύο απαραίτητα για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στην Ευρώπη.
Στις 4 Νοεμβρίου 2013, περίπου έναν χρόνο αφότου η Επιτροπή πρότεινε τη δημιουργία ενιαίου μηχανισμού τραπεζικής εποπτείας στην ευρωζώνη, τέθηκε σε ισχύ ο ενιαίος εποπτικός μηχανισμός (ΕΕΜ). Ο μηχανισμός αυτός θα βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους λειτουργίας τον Νοέμβριο του 2014.
Ο ΕΕΜ αναθέτει στην ΕΚΤ νέες εποπτικές εξουσίες επί των τραπεζών της ευρωζώνης, κάτι που περιλαμβάνει: αδειοδότηση όλων των τραπεζών στην ΕΕ, συνεκτική και συνεπή εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στην ευρωζώνη, άμεση εποπτεία των σημαντικών τραπεζών (συμπεριλαμβανομένων όλων όσων έχουν ενεργητικό άνω των 30 δισ. ευρώ ή αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον 20% του ΑΕγχΠ της χώρας καταγωγής τους - περίπου 130 τράπεζες) και, τέλος, παρακολούθηση της εποπτείας που ασκούν οι εθνικές εποπτικές αρχές επί των λιγότερο σημαντικών τραπεζών. Η ΕΚΤ, ως ύστατη εποπτική αρχή, μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφασίσει να εποπτεύσει απευθείας ένα ή περισσότερα από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή υψηλών εποπτικών προτύπων. Η ΕΚΤ επιφορτίζεται με το καθήκον να εξασφαλίζει τη συνεκτική και συνεπή εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων στην ευρωζώνη.
Κυρώσεις στο πλαίσιο του ΕΕΜ
Υπάρχει ευρεία αναγνώριση του γεγονότος ότι η έλλειψη αξιοπιστίας του ρυθμιστικού πλαισίου συνέβαλε στην κρίση, δεδομένου ότι η εφαρμογή εμφάνιζε σοβαρότατες ελλείψεις. Κατά παράδοση, όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά θέματα δίνεται πολλή πίστη στην «πειθαρχία της αγοράς», αλλά, προκειμένου να λειτουργεί καλά το σύστημα παρακολούθησης της αγοράς, είναι πολύ σημαντική και η διαφάνεια. Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι πρέπει να είναι διαθέσιμες οι αναγκαίες πληροφορίες, αλλά επίσης ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει πράγματι να φτάνουν στην αγορά και επιπλέον να ερμηνεύονται καταλλήλως από τους συμμετέχοντες στην αγορά και να χρησιμοποιούνται στις αποφάσεις τους. Κατά συνέπεια, για την οικοδόμηση της αξιοπιστίας του ΕΕΜ δεν χρειάζεται μόνο η διαφάνεια σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών. Οι χρηματοπιστωτικές αγορές και όλοι οι χρήστες τους πρέπει επίσης να είναι πεπεισμένοι ότι στο μέλλον η εποπτική αρχή θα μπορεί να στραφεί αποτελεσματικά εναντίον τραπεζών που δεν συμμορφώνονται προς τους κανόνες. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ χρειάζεται σαφή και αναμφισβήτητη εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις.
Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων
Σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού (ΕΕ) του Συμβουλίου αριθ. 1024/2013 και ιδίως το άρθρο 18 παράγραφος 6 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβανομένων υπόψη των επανειλημμένων εκκλήσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για περισσότερη διαφάνεια στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, ο εισηγητής προτείνει να υποχρεούται η ΕΚΤ κατά γενικό κανόνα να δημοσιεύει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αποφάσεις της σχετικά με την επιβολή διοικητικών χρηματικών ποινών σε επιχειρήσεις για παραβάσεις της άμεσα εφαρμοστέας ενωσιακής νομοθεσίας, και σχετικά με την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις των ρυθμιστικών κανόνων ή των αποφάσεων της ΕΚΤ, τόσο σε εποπτικό όσο και σε μη εποπτικό επίπεδο, ανεξάρτητα αν έχει υποβληθεί αίτημα επανεξέτασης της σχετικής απόφασης.
Ενδέχεται ωστόσο να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες δεν ενδείκνυται η άμεση δημοσίευση των αποφάσεων, π.χ. αν αυτό θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα ήταν δυσανάλογο σε σχέση με τη βαρύτητα της διοικητικής χρηματικής ποινής ή κύρωσης που επιβάλλεται στην επιχείρηση. Ο εισηγητής συμφωνεί να έχει η ΕΚΤ τη διακριτική ευχέρεια να καθυστερεί τη δημοσίευση τέτοιων αποφάσεων. Σύμφωνα με το πνεύμα του κανονισμού (ΕΕ) του Συμβουλίου αριθ. 1024/2013 και ιδίως το άρθρο 20 παράγραφος 8 του εν λόγω κανονισμού, ο εισηγητής πιστεύει ωστόσο ότι ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι της αρμόδιας επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν μια εμπιστευτική προφορική συζήτηση με την ΕΚΤ σε σχέση με τέτοιες αποφάσεις. Προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η διαφάνεια, ο εισηγητής προτείνει επιπλέον μια διαδικασία πλήρους δημοσιοποίησης και επομένως αυτόματου αποχαρακτηρισμού και αποδέσμευσης της πληροφορίας ύστερα από ορισμένο χρονικό διάστημα, π.χ. 3 ετών, καθώς και την υποχρέωση της ΕΚΤ να αιτιολογεί εκ των υστέρων οποιαδήποτε απόκλιση από τον γενικό κανόνα της άμεσης δημοσίευσης.
Κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών αρμόδιων αργών
Η πείρα έχει δείξει ότι η ανεπαρκής εποπτεία συχνά οφειλόταν στην έλλειψη σαφήνειας ως προς το ποιος είναι τελικά αρμόδιος να αναλάβει πρωτοβουλίες σε περίπτωση παράβασης. Ο εισηγητής προτείνει επομένως μια τροποποίηση του νέου άρθρου 1α που συνιστά η ΕΚΤ. Ειδικότερα, προτείνει να προστεθεί στο άρθρο αυτό, το οποίο θέτει τις γενικές αρχές, μια ρητή συνολική οριοθέτηση αρμοδιοτήτων: με την επιφύλαξη άλλων ειδικών αρμοδιοτήτων τους που απορρέουν από την εθνική νομοθεσία, οι εθνικές αρμόδιες αρχές παραμένουν αρμόδιες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων αλλά, προκειμένου για πιστωτικά ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, επιβάλλουν τέτοιες κυρώσεις μόνο εφόσον η ΕΚΤ τους ζητήσει να κινήσουν διαδικασία για τον σκοπό αυτό.
Προθεσμίες για τις διοικητικές κυρώσεις
Στη σύστασή της, η ΕΚΤ προτείνει να αποσβέννυται το δικαίωμα λήψης απόφασης για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων πέντε έτη μετά τη διάπραξη της παράβασης. Αυτό μπορεί να προκαλέσει προβλήματα, αφού σε ορισμένες πολύπλοκες υποθέσεις ενδέχεται να χρειαστούν χρόνια μέχρι να γίνει γνωστή η παράβαση. Ο εισηγητής προτείνει να έχει η πενταετής προθεσμία σημείο έναρξης την ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη η απόφαση να κινηθεί διαδικασία για παράβαση, και όχι την ημερομηνία κατά την οποία συντελέσθηκε η παράβαση. Για να αντισταθμιστούν οι εκ των πραγμάτων μεγαλύτερες (ίσως και πολύ μεγαλύτερες) προθεσμίες λόγω του υστερόχρονου σημείου έναρξης, ο εισηγητής προτείνει να μειωθεί η διάρκεια της ίδιας της προθεσμίας από πέντε σε τρία χρόνια. Επιπλέον, παρέχει ορισμένες ενδείξεις σχετικά με το είδος των ενεργειών της ΕΚΤ που θα έπρεπε να επιφέρουν διακοπή της προθεσμίας.
17.09.2014 - 2014/0807(CNS)
Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής





