Η ανάκτηση των αποθεματικών από 616 εταιρείες έχει προκαλέσει δυσφορία στον επιχειηρματικό κόσμο. Ο λόγος του "πανικού" αυτού οφείλεται στο γεγονός ότι τα ποσά των φόρων που καλούνται να πληρώσουν είναι αρκετά μεγάλα.
Οι οφειλές αυτές προέκυψαν μετά τους ελέγχους που έκανε η εφορία στα αφορολόγητα αποθεματικά που είχαν σχηματίσει οι εν λόγω ετιαρείες πριν από μία δεκαετία.
Σύμφωνα με το euro2day, οι έλεγχοι ξεκίνησαν μετά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι τα αποθεματικά αυτά σχηματίστηκαν παράνομα και πρέπει να επιστραφούν στο κράτος. Τα ποσά που καλούνται να επιστρέψουν εντόκως οι εν λόγω επιχειρήσεις ξεκινούν από 100.000 ευρώ και φθάνουν τις 180.000 ευρώ σε ορισμένες (λίγες) περιπτώσεις.
Βάσει υπολογισμών του υπουργείου Οικονομικών, οι εισπράξεις από τη φορολόγηση των αποθεματικών θα ξεπεράσουν τα 70 εκατ. ευρώ.
Για την υπόθεση αυτή έχει ενημερωθεί ήδη η τρόικα, η οποία εδώ και αρκετό καιρό ζητούσε επίμονα την εφαρμογή της απόφασης της Κομισιόν, ενώ σχετική αναφορά για το ίδιο θέμα κάνει και η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία έκθεσή της για την ελληνική οικονομία.
Η ανάκτηση των αποθεματικών έχει προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στον επιχειρηματικό κόσμο γιατί αφενός οι φόροι που καλούνται να πληρώσουν εν μέσω της οικονομικής κρίσης είναι υψηλοί και το κυριότερο προστείθονται στις υπάρχουσες "τσουχτερές" φορολογικές επιβαρύνσεις.
Παράλληλα η ρύθμιση οφειλών δεν αποτελεί λύση σε αυτήν την περίπτωση καθώς οι επιχειρήσεις χάνουν το πολύτιμο για αυτές πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας που είναι αναγκαίο για τις συναλλαγές τους.
Η αρνητική αυτή εξέλιξη έχει οδηγήσει σε αδιέξοδο τις εμπλεκόμενες στο ζήτημα των αφορολόγητων αποθεματικών επιχειρήσεις, δεδομένης της περιορισμένης έως μηδενικής ρευστότητας.
Οι φορείς του κλάδου της βιομηχανίας ζητούν από την ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών να ακούσει με προσοχή τις προτάσεις των επιχειρήσεων. Οι εν λόγω προτάσεις θέτουν θέμα συμψηφισμού αυτών των χρημάτων με επιστροφές ΦΠΑ ή με άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές του κράτους απέναντί τους.
Η ιστορία με τα αφορολόγητα αποθεματικά ξεκινάει από την εποχή Νίκου Χριστοδουλάκη. Ο τότε υπουργός Οικονομικών έδινε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις (νόμος 3220/2004) να σχηματίσουν από τα αδιανέμητα κέρδη των χρήσεων 2004 και 2005 ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό επενδύσεων σε ποσοστό μέχρι και 35% των κερδών.
Από το μέτρο ωφελήθηκαν χιλιάδες επιχειρήσεις, οι οποίες δημιούργησαν αφορολόγητα αποθεματικά τα οποία όμως στη συνέχεια κρίθηκαν παράνομα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή γιατί θεωρήθηκε ότι συνιστούν κρατική ενίσχυση και πρέπει να ανακτηθούν.
Το υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων κατέγραψε όλες τις επιχειρήσεις οι οποίες κλήθηκαν να τα δηλώσουν (ειδικοί κωδικοί 045, 059 του Εντύπου Φ1 και 061 του Εντύπου Ε5) με τις φορολογικές δηλώσεις που θα υπέβαλλαν στην εφορία. Από την καταγραφή προέκυψε ότι 6.200 επιχειρήσεις σχημάτισαν αφορολόγητα αποθεματικά και το συνολικό ύψος των «παράνομων» ποσών φτάνει τα 500 - 600 εκατ. ευρώ.
Όπως επισημαίνει το euro2day, το υπουργείο Οικονομικών διαπίστωσε ότι στους ίδιους κωδικούς αρκετές επιχειρήσεις, πέραν των αφορολόγητων αποθεματικών, είχαν δηλώσει και άλλα ποσά απαλλασσόμενα του φόρου εισοδήματος.
Ακολούθησε νέα αντιπαραβολή των στοιχείων, αυτήν τη φορά σε συνεργασία με το υπουργείο Ανάπτυξης, ώσπου συντάχθηκε η τελική λίστα των εταιρειών που πρέπει να επιστρέψουν τα αφορολόγητα αποθεματικά και όσων δεν πρέπει. Οι 5.584 επιχειρήσεις, κυρίως μικρομεσαίες, απαλλάχθηκαν από την επιστροφή, δεδομένου ότι δημιούργησαν αφορολόγητα αποθεματικά για επενδύσεις ύψους 100.000-150.000 ευρώ.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτήρισε ήσσονος σημασίας (de minimis) το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων. Οι υπόλοιπες 616 επιχειρήσεις πρέπει να επιστρέψουν τα ποσά γιατί θεωρούνται πόροι και έσοδα του ελληνικού κράτους, τα οποία του ανήκουν.
Στις εταιρείες που είναι υποχρεωμένες για την έντοκη επιστροφή της κρατικής αυτής ενίσχυσης η εφορία έχει αποστείλει ειδικά σημειώματα για την εκ νέου φορολόγηση των δύο χρήσεων 2004 και 2005.





