Κύριε Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Κάθε γενιά παραδίδει κάτι στην επόμενη.
Μπορεί να της παραδώσει περισσότερες δυνατότητες ή περισσότερα βάρη. Ένα κράτος ισχυρότερο ή ένα κράτος εγκλωβισμένο στις αδυναμίες του. Μπορεί να της παραδώσει χρέη, τα οποία η ίδια δημιούργησε, θεσμούς που αρνήθηκε να αλλάξει, ευκαιρίες που φοβήθηκε να εκμεταλλευτεί.
Εμείς έχουμε μία ευθύνη. Να μην παραδώσουμε στα παιδιά μας τον λογαριασμό της δικής μας αδράνειας. Αυτό είναι, για μένα, το βαθύτερο νόημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Σήμερα, αποφασίζουμε τι χώρα θέλουμε να κληροδοτήσουμε σε όσους έρχονται μετά από εμάς. Και αν υπάρχει ένα πεδίο στο οποίο γνωρίζουμε πόσο βαριές μπορεί να είναι οι επιλογές μιας γενιάς για την επόμενη, αυτό δεν είναι άλλο από την οικονομία.
Η δική μου γενιά γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει όταν μια χώρα μεταφέρει για χρόνια το κόστος των επιλογών της στο μέλλον. Η Ελλάδα αυτό το έζησε με τον πιο επώδυνο τρόπο. Διανύσαμε μια δεκαετία κατά την οποία χάσαμε πάρα πολύ σημαντικό μέρος της οικονομικής μας κυριαρχίας, όπου η κοινωνία κλήθηκε να πληρώσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο συσσωρευμένα λάθη, λάθη δεκαετιών, και εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι αναζήτησαν στο εξωτερικό τις ευκαιρίες που δεν μπορούσε τότε να τους προσφέρει η χώρα μας.
Έχοντας βιώσει αυτήν τη δραματική εμπειρία, η δημοσιονομική υπευθυνότητα είναι ζήτημα εθνικής αυτονομίας, δημοκρατικής ευθύνης και, πάνω απ’ όλα, Δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές. Η κατεύθυνση που δίνουμε με το άρθρο 79, ώστε ο προϋπολογισμός να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία της χώρας, υπηρετεί ακριβώς αυτή την αρχή.
Εδώ, όμως, θα ήθελα να είμαι απολύτως σαφής. Δεν προτείνουμε έναν σκληρό και μηχανιστικό δημοσιονομικό κόφτη, αντίστοιχο π.χ., με εκείνον που γνωρίζουμε από τη Γερμανία. Και προσωπικά θα διαφωνήσω με έναν τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντιδρά όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση, με μια πανδημία, με μια φυσική καταστροφή, με μια μεγάλη γεωπολιτική κρίση. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί με αυτόματο πιλότο. Αλλά, άλλο η αναγκαία ευελιξία, άλλο η δημοσιονομική ανευθυνότητα.
Αυτό που θέλουμε εδώ να διασφαλίσουμε είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί να εξαγοράζει το πολιτικό της παρόν υποθηκεύοντας το οικονομικό μέλλον της χώρας. Η Ελλάδα δεν πρέπει ποτέ ξανά να οδηγηθεί σε μνημόνια και τα παιδιά μας δεν πρέπει ποτέ ξανά να κληθούν να πληρώσουν τον λογαριασμό που παρέλαβαν από τους προηγούμενους. Αυτή δεν είναι μια ιδεολογία λιτότητας. Είναι μια αντίληψη ελευθερίας, γιατί μια χώρα που χάνει τη δημοσιονομική της αξιοπιστία, αργά ή γρήγορα χάνει και μέρος της δυνατότητας του να αποφασίζει μόνη της.
Στην ίδια φιλοσοφία ευθύνης εντάσσονται το άρθρο 78, με τη δυνατότητα σταθερού φορολογικού καθεστώτος για στρατηγικές επενδύσεις, το άρθρο 82, με την ετήσια έγκριση και δημόσια συζήτηση του Ενιαίου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής, αλλά και το άρθρο 21 που εισάγει τη Διαγενεακή Δικαιοσύνη και Αλληλεγγύη στον σχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών. Οι αποφάσεις μιας κυβέρνησης μπορεί να έχουν ορίζοντα τετραετίας, οι συνέπειές τους, όμως, πολύ συχνά διαρκούν δεκαετίες. Η ευθύνη της πολιτικής είναι να βλέπει πέρα από τον εκλογικό κύκλο και να διασφαλίζει ότι οι επιλογές του σήμερα δεν θα περιορίσουν τις δυνατότητες του αύριο.
Στον ορίζοντα του μέλλοντος βρίσκεται και μια δεύτερη μεγάλη πρόκληση της εποχής μας: η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Έχω χρησιμοποιήσει και στο παρελθόν μια εικόνα που θεωρώ ότι αποδίδει τη διττή φύση της. Η Τεχνητή Νοημοσύνη, με όρους 20ου αιώνα, μοιάζει ταυτόχρονα με την κούρσα για την κατάκτηση της Σελήνης, αλλά και με τον ανταγωνισμό των πυρηνικών εξοπλισμών. Ενσωματώνει, δηλαδή, την υπόσχεση μιας τεράστιας προόδου στην ιατρική, στην εκπαίδευση, στην έρευνα, στην παραγωγικότητα, στη δημόσια διοίκηση. Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί και κινδύνους που αγγίζουν την εργασία, την ασφάλεια, την πληροφορία, τη δημοκρατία, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ίδια την αλήθεια.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, ούτε ο άκριτος τεχνολογικός ενθουσιασμός, ούτε ο φόβος αποτελούν απάντηση. Χρειάζονται κανόνες. Χρειάζεται συνεργασία μεταξύ των κρατών -σαφώς- γιατί καμία χώρα, όσο μεγάλη και ισχυρή και αν είναι, δεν μπορεί μόνη της να ρυθμίσει αποτελεσματικά μια τεχνολογία που από τη φύση της δεν γνωρίζει σύνορα. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, κοινές αρχές και διεθνή συνεργασία, ώστε η καινοτομία να προχωρά χωρίς ο άνθρωπος να μένει απροστάτευτος.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνει το νέο άρθρο 5Β, ορίζοντας ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας, ώστε να μετριάζονται οι κίνδυνοι και να αξιοποιούνται τα πλεονεκτήματα που προσφέρει. Το Σύνταγμα προφανώς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα είναι η τεχνολογία το 2040 ή το 2050 -αλίμονο. Μπορεί, όμως, να καθορίσει κάτι πολύ σημαντικότερο: να ιεραρχήσει τις αξίες μας, να κατοχυρώσει ότι η τεχνολογία θα υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο, όχι ο άνθρωπος την τεχνολογία.
Αυτή η λογική ενός σύγχρονου κράτους διατρέχει και τις υπόλοιπες αλλαγές που συζητούμε. Από την προστασία της περιουσίας και την αξιοποίηση των εγκαταλελειμμένων κτιρίων για κοινωνικούς σκοπούς στο άρθρο 17, μέχρι τον ισχυρότερο συνταγματικό έλεγχο στο άρθρο 100, τη χρηστή διοίκηση, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, την αξιοκρατία, τη στήριξη της Περιφέρειας στο άρθρο 101, καθώς και την ουσιαστικότερη αποκέντρωση στο άρθρο 102. Η κατεύθυνση είναι ενιαία: ένα κράτος που σχεδιάζει καλύτερα, λογοδοτεί περισσότερο και προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής του.
Και αυτό με φέρνει και στο άρθρο 16. Σε μια διάταξη που, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σε αυτή την Αναθεώρηση, συμπυκνώνει τη διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα που κληρονομήσαμε και στην Ελλάδα που θέλουμε να παραδώσουμε.
Για εμένα αυτή η συζήτηση έχει και μια ιδιαίτερη προσωπική διάσταση, γιατί ως Υπουργός Παιδείας είχα την τιμή να εισηγηθώ τον νόμο που επέτρεψε τη λειτουργία μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Θυμάμαι πολύ καλά τη συζήτηση εκείνης της περιόδου, τις αντιδράσεις, τις βεβαιότητες ότι αυτό δεν θα μπορούσε και δεν έπρεπε να γίνει, τις προειδοποιήσεις ότι μια τέτοια μεταρρύθμιση θα υπονόμευε το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Ο νόμος ψηφίστηκε. Η μεταρρύθμιση προχώρησε. Το Συμβούλιο της Επικρατείας την έκρινε ως Συνταγματική. Και σήμερα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς πώς εκείνοι που την καταψήφισαν, προσπαθούν πλέον να τοποθετηθούν απέναντι σε μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει, όχι μόνο πλέον διεθνή αλλά και εθνική.
Η ΕΛ.Α.Σ., για παράδειγμα, μας λέει από τη μία πλευρά, ότι δεν πρόκειται να καταργήσει το νέο πλαίσιο για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αλλά και, από την άλλη, ότι δεν θα ψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Το ΠΑΣΟΚ, όμως, λέει το ανάποδο. Μας λέει ότι θα ψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16, αλλά ότι ταυτόχρονα εξακολουθεί να απορρίπτει τον νόμο που άλλαξε τον δρόμο προς αυτή την αλλαγή, και με δεδομένο ότι το συνταγματικό αυτό πλαίσιο υποστηρίχθηκε από έγκριτους συνταγματολόγους της εν λόγω παράταξης.
Η αντίφαση είναι πια εκκωφαντική. Η αντιπολίτευση δεν αναμετράται εδώ με την κυβέρνηση, αλλά με τις ίδιες της τις θέσεις και με την απόσταση που χωρίζει αυτές τις θέσεις από την πραγματικότητα του 2026.
Σήμερα δεν μιλάμε πια με υποθέσεις. Μιλάμε με το μέγεθος μιας ευκαιρίας που εδώ και χρόνια χάσαμε. Η μελέτη της Deloitte εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση αυτή μπορεί μέσα σε πέντε χρόνια να προσθέσει 10,2 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία, 1,9 δισ. ευρώ στα δημόσια έσοδα και περίπου 73.500 θέσεις εργασίας. Γιατί στον 21ο αιώνα η γνώση είναι εθνικό κεφάλαιο, παραγωγική δύναμη και συγκριτικό πλεονέκτημα.
Έχουμε τη δυνατότητα να κρατήσουμε περισσότερους νέους εδώ, να φέρουμε φοιτητές και επιστήμονες από το εξωτερικό και να μετατρέψουμε την Ελλάδα από χώρα εξαγωγής ανθρώπινου κεφαλαίου σε διεθνή προορισμό γνώσης και εκπαίδευσης.
Προφανώς αυτό δεν αποδυναμώνει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Το απελευθερώνει από μια συζήτηση δεκαετιών που μετρούσε τη δύναμή του με βάση το τι απαγορεύεται γύρω του. Ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο δεν χρειάζεται τείχη για να προστατευθεί. Χρειάζεται πόρους -ναι-, ποιότητα, έρευνα, εξωστρέφεια. Βασικά χρειάζεται αυτοπεποίθηση για να ανταγωνιστεί τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.
Η αναθεώρηση του άρθρου 16 έρχεται να ολοκληρώσει αυτή τη μετάβαση, με ελευθερία αλλά και αυστηρούς κανόνες, με κρατική εποπτεία, με αξιολόγηση, με υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις. Και ναι διορθώσει και μια βαθιά κοινωνική στρέβλωση, γιατί η απαγόρευση όπως ίσχυε, δεν εμπόδισε ποτέ τον εύπορο Έλληνα να επιλέξει μη κρατικό πανεπιστήμιο. Απλώς τον υποχρέωνε να το επιλέξει στο εξωτερικό. Εκείνον που περιόριζε πραγματικά ήταν αυτόν που δεν μπορούσε να πληρώσει το κόστος της φυγής, εφόσον το επιθυμούσε.
Το άρθρο 16 είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια συζήτηση για μη κρατικά πανεπιστήμια. Είναι η στιγμή που η Ελλάδα κλείνει έναν κύκλο δεκαετιών και που αποφασίζει ότι η γνώση δεν θα έχει πλέον σύνορα που φτιάξαμε μόνοι μας, που εμείς οι ίδιοι υψώσαμε ως τείχη. Πριν από λίγα χρόνια συζητούσαμε για το αν αυτή η αλλαγή μπορεί να γίνει. Ξεκίνησε να γίνεται. Σήμερα συζητούμε πόσο μακριά μπορεί πλέον να μας πάει.
Κυρίες και κύριοι,
Η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν γίνεται για να προστατεύσουμε το χθες, αλλά για να προετοιμάσουμε τη χώρα για όσα έρχονται μπροστά μας.
Κάθε γενιά έχει μια στιγμή που αποφασίζει τι θα παραδώσει στην επόμενη: εκκρεμότητες του παρελθόντος ή δυνατότητες του μέλλοντος;
Αυτή είναι η δική μας στιγμή. Αυτή είναι η κοινή ευθύνη μας απέναντι στην Ιστορία.
Σας ευχαριστώ πολύ
ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ





