Παρότι η κρίση έχει αδυνατίσει τις αντοχές και έχει εξαντλήσει τη ρευστότητα των περισσότερων, εντούτοις καμία δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια, προχωρώντας σε νέες προσφορές και λανσάροντας καινούρια προϊόντα -όπως το «γάλα ημέρας»- που καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες των νοικοκυριών.
Η κάμψη της κατανάλωσης γαλακτοκομικών στη διάρκεια της κρίσης (με διαφοροποιήσεις ανά κατηγορία) και οι δυσοίωνες προοπτικές για το οικογενειακό εισόδημα τα επόμενα χρόνια δεν φαίνεται να αφήνουν περιθώρια για διαφορετικές επιλογές, καθώς η επιβίωση, όπως εξηγούν παράγοντες της αγοράς, «περνά μέσα από την εξόντωση του αντιπάλου».
Επιπλέον, οι επώνυμες βιομηχανίες έχουν να αντιμετωπίσουν ένα νέο ανταγωνιστή, τα γαλακτοκομικά ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία ήρθαν στο προσκήνιο μαζί με την ύφεση και διεκδικούν ρόλο ρυθμιστή και σε αυτή την κατηγορία. Υπολογίζεται πως σήμερα ένα στα τέσσερα γάλατα υψηλής παστερίωσης είναι ιδιωτικής ετικέτας (μερίδιο περίπου 25%), ενώ και στο φρέσκο γάλα (παστεριωμένο) το μερίδιό τους είναι περίπου 10%.
Η εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ
Η πίεση που δέχθηκε η κατανάλωση γαλακτοκομικών στη διάρκεια της κρίσης αλλά και οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια σε κάθε κατηγορία προϊόντος αποτυπώνονται ξεκάθαρα σε έρευνα της ΣΤΟΧΑΣΙΣ, που συνέταξε η κ. Μαρίνα Κυριάκου.
Ειδικότερα, η εγχώρια κατανάλωση «φρέσκου» γάλακτος την περίοδο 2010-2013 υποχώρησε με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,4%, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2013 να διαμορφωθεί σε 284.156 τόνους. Ωστόσο, την περσινή χρονιά η πτωτική πορεία αναστρέφεται και για πρώτη φορά μετά από χρόνια παρατηρείται αύξηση 1%. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επιμήκυνση της συντήρησης του φρέσκου κατά δύο ημέρες, ύστερα από την εφαρμογή των μέτρων της περίφημης εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ στις αρχές του 2014, που ξεσήκωσε «θύελλα αντιδράσεων».
Στον αντίποδα, η κατανάλωση γάλακτος υψηλής παστερίωσης στα χρόνια της κρίσης μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 1% και διαμορφώθηκε σε 291.594 τόνους στο τέλος του 2013. Ακόμη μεγαλύτερες ήταν οι «απώλειες» που κατέγραψε το 2014, καθώς υποχώρησε κατά 3%, με αποτέλεσμα να μειωθεί περαιτέρω η «ψαλίδα» που το χώριζε από το «φρέσκο».
Το γάλα υψηλής παστερίωσης γνώρισε μεγάλη «άνθηση» κυρίως στα χρόνια πριν από την κρίση, λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας ζωής του -υπερβαίνει τις δέκα ημέρες-, κάτι που εξυπηρετεί αρκετούς καταναλωτές που δεν έχουν τον χρόνο να πηγαίνουν σε τακτική βάση στο σούπερ μάρκετ για να προμηθευτούν το «φρέσκο». Να σημειωθεί, πάντως, ότι η αγορά φρέσκου γάλακτος (παστεριωμένο) καλύπτεται στο σύνολό της από την εγχώρια παραγωγή.
Εξαγωγές και «Greek Yogurt»
Οσον αφορά στις υπόλοιπες κατηγορίες, -σύμφωνα πάντα με την έρευνα της ΣΤΟΧΑΣΙΣ- το συμπυκνωμένο γάλα φαίνεται να επιλέγεται όλο και λιγότερο από τους καταναλωτές, με αποτέλεσμα οι πωλήσεις του να υποχωρήσουν με μέσο ετήσιο ρυθμό 6,6% τη χρονική περίοδο 2010-2013 και να σημειώσουν περαιτέρω πτώση 2% το 2014.
Ανάλογη κάμψη εμφάνισε το ξινόγαλο, με τον ετήσιο ρυθμό μείωσης να διαμορφώνεται στο 11,7% και να υποχωρεί περαιτέρω κατά 4% το 2014, ενώ και η κατηγορία της κρέμας γάλακτος μειώθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,3% το διάστημα 2010-2013 και παρουσίασε πτώση περίπου 3% το 2014. Αντίθετα, αύξηση παρουσίασε η κατανάλωση ροφημάτων και βουτύρου την περίοδο 2010-2013, με ετήσιο ρυθμό της τάξης του 8,1% και 6,3% αντίστοιχα και σταθεροποιήθηκε πέρυσι.
Τέλος, η αύξηση της κατανάλωσης γιαουρτιού συνεχίστηκε και το 2014 (περίπου 3%), ενώ πτώση σημειώθηκε στα επιδόρπια, με μειωμένο ωστόσο ρυθμό (περίπου -2%) σε σχέση με το 2013. Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η επιτυχημένη διείσδυση του «Ελληνικού Γιαουρτιού» («Greek Yogurt») στη διεθνή αγορά μπορεί να αποτελέσει «όχημα» για την ανάπτυξη της εξαγωγικής δραστηριότητας και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, και να συμβάλει καταλυτικά στην ενίσχυση της εξωστρέφειας των ελληνικών γαλακτοβιομηχανιών. Να σημειωθεί πως το συνολικό μέγεθος της εγχώριας αγοράς των εξεταζόμενων γαλακτοκομικών προϊόντων σε αξία (τιμές χονδρικής) εκτιμάται ότι ανήλθε σε 1,2 δισ. ευρώ το 2013.
Θετικές προοπτικές στην Ευρώπη
Την ίδια ώρα, θετικοί είναι οι οιωνοί για την παραγωγή γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά. Υστερα από την αύξηση που κατεγράφη το 2013, εκτιμάται ότι η συνολική παραγωγή θα συνεχίσει να αυξάνεται μέχρι και το 2012, ενώ αντίστοιχη πορεία προβλέπεται να διαγράψει και η κατανάλωση.
Τη μεγαλύτερη αύξηση αναμένεται να παρουσιάσει η κατανάλωση γάλακτος σε σκόνη, καθώς από 327 χιλ. τόνους που ήταν το 2013 υπολογίζεται πως θα ανέλθει σε 341 χιλ. τόνους το 2015, όταν το 2010 η κατανάλωσή του υπερέβαινε οριακά τις 260 χιλ. τόνους. Ανοδικά επίσης θα κινηθεί και η κατανάλωση αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη, αλλά και η κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων και βουτύρου.
Πηγή: http://www.imerisia.gr/





