Η ΑΔΕΔΥ απέστειλε προς τα μέλη της Γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου της κας Μαργαρίτα Παναγοπούλου επί των αποφάσεων 1307-1316/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες έκριναν συνταγματική την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού, που έγινε με τις διατάξεις του Νόμου 4093/2012.
Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση, την οποία μπορείτε να δείτε στο επισυναπτόμενο αρχείο, οι αποφάσεις της Ολομελείας ανέτρεψαν τις παραπεμπτικές αποφάσεις του Στ' Τμήματος, με τις οποίες η επίδικη ρύθμιση είχε κριθεί κατά πλειοψηφία αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη.
Σύμφωνα με την πλειοψηφήσασα κρίση του Δικαστηρίου, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Η Γνωμοδότηση απαντά στο σημαντικό ερώτημα της ΑΔΕΔΥ τί θα πρέπει να κάνουν οι υπάλληλοι, που στο μεταξύ έχουν δικαιωθεί και ενδεχομένως έχουν εισπράξει χρήματα, σε εκτέλεση αποφάσεων ειρηνοδικείων ή μονομελών πρωτοδικείων, αλλά και αυτοί που
Καθίσταται σαφές ότι, στην περίπτωση που έχουν εισπραχθεί χρήματα από υπαλλήλους υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση αποφάσεων ειρηνοδικείων ή μονομελών πρωτοδικείων, δεν ανακύπτει κανένα ζήτημα επιστροφής τους συνεπεία των εκδοθεισών αποφάσεων της Ολομέλειας του ΣτΕ. Διάφορο παραμένει το ζήτημα, εάν στις αντίστοιχες υποθέσεις έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου από τον αντίδικο-Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ/ΝΠΙΔ. Εφόσον, εν τούτοις, η είσπραξη των χρημάτων έλαβε χώρα σε εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως και το αντίδικο Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΠΔ ή ΝΠΙΔ παραιτήθηκε των ενδίκων μέσων, δεν μπορεί πλέον δικονομικά η εν λόγω απόφαση να ανατραπεί. Συνακόλουθα, ουδεμία επιρροή ασκούν στις περιπτώσεις αυτές οι εκδοθείσες αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ.
Όσοι υπάλληλοι, όμως έχουν πετύχει την έκδοση πρωτόδικων δικαστικών αποφάσεων από τα κατά τόπον αρμόδια Ειρηνοδικεία, δεν μπορούν να εισπράξουν χρήματα όσο εκκρεμεί η προθεσμία ασκήσεως εφέσεως ή εφόσον έχει ασκηθεί έφεση (πρβλ. άρθρο 519 ΚΠολΔ, με την επιφύλαξη να έχει κηρυχθεί η πρωτόδικη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή). Λόγω του ανασταλτικού αποτελέσματος τόσο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως, όσο και της ασκηθείσας εφέσεως (εφόσον έχει ήδη κατατεθεί) δεν μπορούν τα εν λόγω πρόσωπα δικονομικώς να εισπράξουν χρήματα. Εάν δεν γίνουν εφέσεις από το αντίδικο (Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ), τότε ισχύουν mutatis mutandis τα όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο 1), ήτοι οι αποφάσεις αυτές δεν μπορούν δικονομικώς να ανατραπούν και τα εισπραχθησόμενα χρήματα δεν μπορούν να αναζητηθούν πλέον. Εάν ασκηθούν εφέσεις από το αντίδικο, οι ενάγοντες υπάλληλοι δεν μπορούν να εισπράξουν χρήματα μέχρι να εκδοθούν οι οικείες αποφάσεις από τα δευτεροβάθμια δικαστήρια.





