Κάτοχοι «παλαιών» επαγγελματικών αδειών της ειδικότητας «συντηρητής» Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων ζήτησαν τη συνδρομή του Συνηγόρου, προκειμένου οι άδειές τους να αντιστοιχηθούν με άδειες της ειδικότητας «εγκαταστάτης» Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων της χώρας.
Το πρόβλημα προέκυψε μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του Π.Δ. 108/2013, καθώς η ειδικότητα «συντηρητής» Ηλεκτρολογικών Εγκαταστάσεων δεν αναφέρεται στο προαναφερόμενο διάταγμα, ούτε προβλέπεται διαδικασία για την αντιστοίχιση άδειας της ειδικότητας «συντηρητής» με άδεια της ειδικότητας «εγκαταστάτης».
Ο Συνήγορος του Πολίτη, αφού έλαβε υπ' όψιν του ότι, σύμφωνα με το προϊσχύον νομικό καθεστώς, οι άδειες του «συντηρητή» χορηγούνταν αποκλειστικά στους μισθωτούς και στους τεχνίτες πείρας, ενώ η άδεια του «εγκαταστάτη» στους ελεύθερους επαγγελματίες, πρότεινε στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας να συμπληρωθούν οι διατάξεις του προαναφερόμενου Π.Δ., ώστε να καθορισθούν η απαιτούμενη διαδικασία και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την αντιστοίχιση των παλαιών αδειών του «συντηρητή» με τις άδειες «εγκαταστάτη» του Π.Δ. 108/2013.
Η πρόταση αυτή αρχικά δεν έγινε δεκτή από τη διοίκηση, με την αιτιολογία ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η άδεια της ειδικότητας «συντηρητής» ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων δεν αναφέρεται στις διατάξεις του Π.Δ. 108/2013, η αντιστοίχιση των «παλαιών» με τις «νέες» άδειες μπορεί να πραγματοποιηθεί με το ισχύον νομικό πλαίσιο, εάν ερμηνευτεί με ευρύτητα, για τους ακόλουθους λόγους:
Σύμφωνα με την προϊσχύουσα νομοθεσία, για τη χορήγηση είτε της άδειας του συντηρητή είτε της άδειας του εγκαταστάτη απαιτούνταν το ίδιο επίπεδο προσόντων και ακολουθούνταν η ίδια εξεταστική διαδικασία. Η μόνη διαφοροποίηση οφειλόταν στην εργασιακή σχέση του υποψηφίου δικαιούχου, δηλαδή εάν επρόκειτο για ελεύθερο επαγγελματία, οπότε κατά πάγια πρακτική της υπηρεσίας, ελάμβανε άδεια εγκαταστάτη, ενώ εάν επρόκειτο για μισθωτό, ελάμβανε άδεια συντηρητή. Τέλος, σημειώθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, η συμπλήρωση των διατάξεων του προαναφερόμενου Π.Δ. δεν μπορεί να γίνει άμεσα, καθώς διαπιστώθηκε ότι έχουν δημιουργηθεί πολλά προβλήματα τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν σωρευτικά με ενιαία νομοθετική ρύθμιση.
Στη συνέχεια, μεγάλος αριθμός Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων άρχισε να ικανοποιεί αιτήματα αντιστοίχισης των «παλαιών» αδειών με «νέες» άδειες. Ωστόσο, υπήρξαν αρκετές υπηρεσίες Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων οι οποίες συνέχισαν να μην ικανοποιούν τα σχετικά αιτήματα αντιστοίχισης, με αποτέλεσμα τη δημιουργία άνισης μεταχείρισης των διοικουμένων, την αδυναμία νόμιμης άσκησης του επαγγέλματος από μεγάλο αριθμό επαγγελματιών και την αδυναμία μεγάλου αριθμού ενδιαφερομένων να μετέχουν σε σχετικούς διαγωνισμούς πρόσληψης προσωπικού της ειδικότητάς τους.
Σε μια προσπάθεια απεμπλοκής της κατάστασης, η Γενική Δ/νση της Περιφέρειας Αττικής πρότεινε να ακολουθηθεί η εξής πρακτική: Οι κάτοχοι άδειας «συντηρητή», να υποβάλουν στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας αίτηση με τα προβλεπόμενα παράβολα από τη σχετική νομοθεσία, ζητώντας την ανάκτηση «παλαιάς» άδειας εγκαταστάτη. Στη συνέχεια, να υποβάλουν στην αρμόδια υπηρεσία τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ζητώντας να τους χορηγηθεί άδεια «εγκαταστάτη» του Π.Δ. 108/2013. Σε περίπτωση που οι ενδιαφερόμενοι εργάζονται ως μισθωτοί με εξαρτημένη σχέση εργασίας στον Δημόσιο τομέα ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, να «καταθέτουν» την άδεια του εγκαταστάτη και να τους χορηγείται βεβαίωση κατάθεσης της εν λόγω άδειας.
Η εφαρμογή της προαναφερόμενης πρότασης βοήθησε στην απεμπλοκή του προβλήματος, σε μεγάλο βαθμό.
Ωστόσο, δυστυχώς, παρά την προτεινόμενη λύση, συνέχισαν να υφίστανται περιπτώσεις άρνησης ικανοποίησης σχετικών αιτημάτων από περιορισμένο αριθμό Περιφερειακών Ενοτήτων, οι διοικούμενοι των οποίων ζήτησαν, εκ νέου, την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη.
Ανταποκρινόμενος, ο Συνήγορος του Πολίτη πρότεινε στις εμπλεκόμενες υπηρεσίες να εφαρμόσουν, στο πλαίσιο των αρχών της χρηστής διοίκησης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Διοίκηση, την πρακτική που υπέδειξε η Γενική Δ/νση της Περιφέρειας Αττικής, έως την οριστική αντιμετώπιση του ζητήματος με νομοθετική ρύθμιση. Συνέβαλε έτσι στην ενιαία αντιμετώπιση του θέματος παρά την ολιγωρία των κεντρικών υπηρεσιών.
Μετά την τελευταία παρέμβαση οι ενδιαφερόμενοι ενημέρωσαν ότι τα αιτήματά τους ικανοποιήθηκαν.





