Το τελευταίο διάστημα, με τα μέτρα τα οποία ελήφθησαν, γυρίσαμε σε εμβολιασμούς άνω των 50 και 55 χιλιάδων την ημέρα. Φτάνουμε σιγά – σιγά προς τις 100.000, όπως ήμασταν το διάστημα που η εμβολιαστική διαδικασία ήταν στην κορύφωσή της.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι ότι βλέπουμε- και για αυτό λέμε ότι ο εμβολιασμός στηρίζεται κυρίως στα μέτρα που λαμβάνονται- ότι οι εμβολιασμοί αφορούν κυρίως τις μικρότερες ηλικίες, πολίτες ηλικίας 18 έως 40 ετών, οι οποίοι, προφανώς δεχόμενοι την πίεση από τα συνεχή τεστ, πηγαίνουν και εμβολιάζονται.
Δεν έχουμε ήδη την ίδια κινητικότητα- υπάρχει αλλά όχι σε τέτοιο βαθμό- στις πιο ευάλωτες ηλικίες, δηλαδή άνω των 60 ή άνω των 65. Σε κάποιες ηλικιακές ομάδες, όπως στην 70-79 ετών, έχουμε φτάσει στο 85%. Παραμένει όμως και ένα 15% που δεν έχει εμβολιαστεί.
Οι κατηγορίες που κατά βάση παράγουν βαριές νοσηλείες, είναι οι ανεμβολίαστοι άνω των 60 ή οι εμβολιασμένοι που είναι αρκετά μακριά από το εξάμηνο καθώς και όλη η γκάμα των ηλικιών στους ανεμβολίαστους.
Υπό αυτήν την έννοια έχουμε δύο δεδομένα. Το πρώτο δεδομένο είναι να υπάρξουν στοχευμένες δράσεις που θα αυξήσουν τα ποσοστά εμβολιασμού σε αυτές τις ηλικίες και παράλληλα είναι και η τρίτη δόση, η οποία είναι μία πιο σύνθετη κουβέντα, με την έννοια ότι τα Ευρωπαϊκά Πιστοποιητικά έχουν να κάνουν με έναν συνολικό διάλογο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο τα νέα επιστημονικά δεδομένα μας δημιουργούν έντονους προβληματισμούς, ότι πράγματι η τρίτη δόση δείχνει να είναι αρκετά πιο σημαντική. Είναι δόση που δείχνει ότι θωρακίζει ακόμη καλύτερα. Προφανώς όλα αυτά τα θέματα θα εκτιμηθούν σε όποιες αποφάσεις μπορεί να ληφθούν.





