Εδώ και μήνες η αντιπολίτευση κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι καθυστερεί την ολοκλήρωση της συμφωνίας για την αξιολόγηση. Την καλούσε, σε όλους τους τόνους, να τελειώνει πάραυτα. Προσκομίζοντας, μάλιστα, συγκεκριμένα στοιχεία για το δυσβάσταχτο κόστος στην οικονομία από τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις. Δεν ενδιαφέρει εδώ αν το έπραττε ορθώς ή από αντιπολιτευτικό καθήκον. Ούτε αν η καθυστέρηση οφειλόταν, κυρίως, σε ακραίες αξιώσεις μέρους των δανειστών και στις αγεφύρωτες διαφορές θεσμών και ΔΝΤ. Ειδικά για το ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους. Όπως διακήρυττε η κυβέρνηση και προκύπτει, άλλωστε, από την κοινή πολιτική λογική.
Τώρα η προκαταρκτική συμφωνία έκλεισε. Έχει δρομολογηθεί η υπογραφή στην τελική μορφή της. Θετική ή αρνητική θα κριθεί εκ του αποτελέσματος και των προοπτικών της. Αν οδηγεί την οικονομία και τη χώρα στην έξοδο από τα μνημόνια, με ανάπτυξη, είναι αυτονόητη η απάντηση. Με δεδομένη, λοιπόν, τη συμφωνία είναι τουλάχιστον παράδοξη η τυφλή αντιπολιτευτική στάση. Η άρνηση και η δριμύτατη καταγγελία της. Από τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις οι οποίες στο παρελθόν επικαλούνταν νυχθημερόν την εθνική ανάγκη της άμεσης υπογραφής της.
Τα πολιτικά κόμματα, αντί να την πολεμούν, οχυρωμένα πίσω από τα αναγκαστικά περιοριστικά μέτρα, οφείλουν με σαφήνεια να καταθέσουν τις θέσεις τους. Δεν έπρεπε να υπογραφεί και να ανοίξουν προοπτικές για τον τόπο; Σε αυτό το κεντρικό ερώτημα και στα συναφή καλούνται να απαντήσουν με καθαρότητα. Έχουν την ευκαιρία να το κάνουν στη Βουλή κατά τις συζητήσεις για τη συμφωνία. Χωρίς μικροπολιτικές κορώνες και αντιπολιτευτικούς λαϊκισμούς. Με ευθύνη για τη χώρα κι όχι με κομματικούς υπολογισμούς αδιάφορους για τους πολίτες. ethnos.gr





