Με τις τρεις αυτές οδηγίες θα ολοκληρωθεί το υφιστάμενο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο για τα δικαιώματα υπεράσπισης των υπόπτων, κατηγορουμένων ή διωκομένων στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για καίρια μέσα για την διασφάλιση της διεξαγωγής δίκαιων δικών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και του απόλυτου σεβασμού των δικαιωμάτων υπεράσπισης, όπως αυτά κατοχυρώνονται με τις Ευρωπαϊκές συνθήκες, τον Ευρωπαϊκό Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση της Επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παράστασης του κατηγορουμένου στη δίκη του στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας. Το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και βασική αρχή για την αποφυγή αυθαιρεσιών και κάθε κατάχρησης σε μία ποινική διαδικασία. Αυτή η πρόταση οδηγίας καθίσταται πολλώ μάλλον σημαντικότερη, καθόσον παρατηρείται σήμερα και σε πολλά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μία υποβάθμιση των δικαιωμάτων των υπόπτων και κατηγορουμένων καθώς και διάβρωση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας.
Η Επιτροπή Δικαιοσύνης επροτείνει διάφορες τροποποιήσεις της αρχικής πρότασης που αποσκοπούν όλες σε ένα γενικό στόχο, στην ενίσχυση της προστασίας των υπόπτων και των κατηγορουμένων στην Ευρώπη. Με την πρώτη τροπολογία υπογραμμίζεται πρωτίστως η ανάγκη να ενισχυθεί η αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, στο διεθνές Σύμφωνο για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα και στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Μία δεύτερη σειρά τροπολογιών αποσκοπεί να διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής σε πρόσωπα, (η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται και σε νομικά πρόσωπα διότι οι ποινικές διώξεις εις βάρος νομικών προσώπων πρέπει να εξετάζονται με την αυτή ακεραιότητα όπως και για τα φυσικά πρόσωπα· καθώς και στα πρόσωπα που καλούνται ή ανακρίνονται ως μάρτυρες και που καθίστανται ή μπορούν να καταστούν ύποπτα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης), το πεδίο χρονικής εφαρμογής της στον χρόνο (η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται από τη στιγμή που ένα πρόσωπο καθίσταται ύποπτος ή κατηγορούμενος, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και έως το οριστικό τέλος της εν λόγω διαδικασίας) και το υλικό πεδίο εφαρμογής της (η οδηγία εφαρμόζεται όταν η διαφορά εμπίπτει στον «ποινικό τομέα»).
Τέλος, το άρθρο 4 της πρότασης οδηγίας αποτελεί θεμελιώδη διάταξη για την προστασία των υπόπτων ή κατηγορουμένων έναντι των πρόωρων δηλώσεων ενοχής. Ωστόσο, λόγω της μινιμαλιστικής σύνταξης του άρθρου αυτού δεν υπάρχουν επαρκείς οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή της προστασίας αυτής. Με τις τροπολογίες που προτείνει η Επιτροπή Δικαιοσύνης αποσκοπείται να αποσαφηνισθεί το περιεχόμενο του άρθρου αυτού ως προς τα πρόσωπα και τις αρχές στις οποίες εφαρμόζεται η απαγόρευση αυτή κατηγοριών δημοσία πριν από την καταδίκη. Άλλωστε, το τεκμήριο αθωότητας παραβιάζεται συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης και τον τύπο. Είναι ανάγκη να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη θα αποκτήσουν την δέουσα νομοθεσία για την πρόληψη τέτοιων παραβιάσεων.
Η εισαγγελική αρχή είναι εκείνη που φέρει το βάρος της αποδείξεως και σύμφωνα με την οποία κάθε ενδεχόμενη αμφιβολία ως προς την ενοχή πρέπει να αποβαίνει υπέρ του κατηγορουμένου, δηλαδή η εφαρμογή της αρχής «η αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου», (in dubio pro reo), που κατοχυρώνεται με το άρθρο 5, είναι θεμελιώδης για τη διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Επομένως, η Επιτροπή Δικαιοσύνης θεωρεί επικίνδυνο να περιλαμβάνεται στο άρθρο 5.2. μια πραγματική αρχή αντιστροφής του βάρους της αποδείξεως, στο διατακτικό ενός νομοθετικού κειμένου. Το δικαίωμα σιωπής, το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης και το δικαίωμα μη συνεργασίας, για τα οποία γίνεται λόγος στα άρθρα 6 και 7 της πρότασης οδηγίας, αποτελούν επίσης πυρηνικά στοιχεία του τεκμηρίου αθωότητας. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι το δικαίωμα σιωπής δεν σημαίνει ότι η άρνηση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου να ομιλήσει δεν συνιστά παράπτωμα, το δικαίωμα σιωπής συνεπάγεται ότι ο δικαστής, όταν αποφαίνεται σχετικά με την ενοχή ενός προσώπου, δεν δύναται να συναγάγει κανένα συμπέρασμα από τη σιωπή του.
Αντιθέτως εκφράζει την ικανοποίησή της για τα άρθρα 6 παράγραφος 4 και 7 παράγραφος 4 που θέτουν τον κανόνα του μη παραδεκτού των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνονται με παραβίαση των άρθρων αυτών. Η αρχή αυτή πρέπει να διατηρηθεί και να ενισχυθεί. Κάθε αποδεικτικό στοιχείο που αποσπάται με παραβίαση του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης και μη συνεργασίας, που κατοχυρώνονται με το άρθρο 6 ή με παραβίαση του δικαιώματος σιωπής που κατοχυρώνεται με το άρθρο 7 της παρούσας οδηγίας πρέπει, όντως, να είναι μη παραδεκτό. Διότι η χρησιμοποίηση, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, δηλώσεων ή αποδεικτικών στοιχείων που αποσπάσθηκαν με παραβίαση των δικαιωμάτων αυτών καθιστά αυτομάτως τη διαδικασία στο σύνολό της άδικη.
Τέλος, το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παρίσταται στη δίκη του αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του τεκμηρίου αθωότητας που σήμερα προστατεύεται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και από την απόφαση πλαίσιο σχετικά με την αναγνώριση της εκτέλεσης των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων που εκδίδονται «ερήμην». Η πρόταση οδηγίας προσφέρει μια ευκαιρία για τη βελτίωση της προστασίας που παρέχει το μέσο αυτό και τη διασφάλιση ότι όλοι οι κατηγορούμενοι και οι ύποπτοι που εμπλέκονται σε ποινική διαδικασία θα επωφελούνται από αυτά. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 παράγραφος 2 σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η ερημοδικία πρέπει να περιοριστεί κατά το δυνατόν.
newsroom Oenet





