Σε μια εκτενή και αποκαλυπτική συνέντευξη στο aftodioikisi.gr, η Υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, Δόμνα Μιχαηλίδου, ανοίγει τα χαρτιά της για τα κρίσιμα μέτωπα που «καίνε» την ελληνική κοινωνία. Από το οξύ στεγαστικό πρόβλημα, τις τιμές των ενοικίων και τις ελλείψεις στέγης για γιατρούς και εκπαιδευτικούς στην περιφέρεια, μέχρι το Δημογραφικό, τις υποδομές φροντίδας και τα μέτρα για τα Άτομα με Αναπηρία. Η Υπουργός περιγράφει τον οδικό χάρτη του Υπουργείου (προγράμματα, πρωτοβουλίες, στόχευση) και υπογραμμίζει τον αναντικατάστατο ρόλο των Δήμων στην παροχή ουσιαστικής κοινωνικής φροντίδας.
Ας ξεκινήσουμε με το στεγαστικό. Κυρία Υπουργέ, ανοίγετε προγράμματα, επιδοτήσεις και δάνεια, αλλά οι τιμές των ενοικίων συνεχίζουν να καλπάζουν. Μήπως τελικά τα κυβερνητικά μέτρα τροφοδοτούν τον πληθωρισμό της στέγης αντί να τον συγκρατούν;
Το στεγαστικό δεν λύνεται μόνο βοηθώντας περισσότερους πολίτες να αγοράσουν ή να νοικιάσουν σπίτι. Λύνεται όταν αυξάνουμε και τα σπίτια που είναι διαθέσιμα στην αγορά. Και ακριβώς εκεί έχουμε ρίξει πολύ μεγάλο βάρος.
Τα τελευταία χρόνια δουλέψαμε συστηματικά για να περάσουμε από αποσπασματικές παρεμβάσεις σε μια ενιαία στεγαστική πολιτική. Με την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική 2026–2035 συγκεντρώσαμε 50 μέτρα και περισσότερα από 6,5 δισ. ευρώ, ώστε να κινηθούμε ταυτόχρονα σε όλα τα μέτωπα: να επιστρέψουμε κλειστά σπίτια στην αγορά, να αξιοποιήσουμε δημόσια περιουσία, να προχωρήσουμε την κοινωνική αντιπαροχή και να δημιουργήσουμε νέο απόθεμα προσιτής κατοικίας.
Και η ανταπόκριση δείχνει πόσο μεγάλη είναι η ανάγκη να κινητοποιήσουμε το διαθέσιμο απόθεμα. Στο «Ανακαινίζω», που μόλις ολοκληρώθηκε, εκδόθηκαν 94.000 βεβαιώσεις, από τις οποίες περίπου 14.000 αφορούν κλειστά ακίνητα. Μάλιστα, περίπου 4.000 από αυτές προστέθηκαν μόνο τον τελευταίο μήνα, ενώ στην πλατφόρμα συνδέθηκαν 420.000 χρήστες.
Με το «Σπίτι μου ΙΙ» δώσαμε ήδη σε περισσότερους από 14.100 πολίτες τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Είναι ένα πρόγραμμα που σχεδιάσαμε, παρακολουθήσαμε στενά και προσαρμόσαμε όπου χρειάστηκε. Πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο, αλλά ποτέ δεν είπαμε ότι από μόνο του λύνει το στεγαστικό. Και τώρα προχωράμε στο «Σπίτι μου ΙΙΙ», διευρύνοντας ακόμη περισσότερο την πρόσβαση: ανεβάζουμε το ηλικιακό όριο στα 55 έτη, την αξία της κατοικίας έως τις 300.000 ευρώ και το ύψος του δανείου έως τις 230.000 ευρώ, ενώ προβλέπουμε ευνοϊκότερα όρια για τις οικογένειες με παιδιά και μεγαλύτερες κατοικίες για τις πολύτεκνες οικογένειες.
Δουλεύουμε ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές: διευρύνουμε την πρόσβαση στη στέγη και αυξάνουμε την προσφορά κατοικιών. Μόνο έτσι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα στη ρίζα του και όχι απλώς να διαχειριζόμαστε τις συνέπειές του.
Και συνεχίζοντας για το θέμα της στέγης… Κάθε χρόνο βλέπουμε δημοσίους υπαλλήλους —κυρίως εκπαιδευτικούς και γιατρούς— που διορίζονται ή μετατίθενται στην περιφέρεια και τα νησιά, να αντιμετωπίζουν τεράστιο πρόβλημα λόγω των ενοικίων. Πώς προχωρά το πλάνο του Υπουργείου;
Εδώ η στέγη δεν είναι μόνο κοινωνικό ζήτημα. Συνδέεται άμεσα με το αν μπορούν να λειτουργήσουν σωστά βασικές υπηρεσίες. Αν ο εκπαιδευτικός δεν βρίσκει σπίτι, το σχολείο δυσκολεύεται να λειτουργήσει. Αν ο γιατρός δεν μπορεί να μείνει στο νησί όπου διορίστηκε, το πρόβλημα περνά κατευθείαν στο Κέντρο Υγείας και στους κατοίκους.
Γι’ αυτό δίνουμε έως δύο ενοίκια τον χρόνο σε εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην περιφέρεια, χωρίς εισοδηματικό κριτήριο.
Ταυτόχρονα, δουλεύουμε και στην πλευρά της προσφοράς. Μέσα από τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα και σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση ενεργοποιούμε κατοικίες στην περιφέρεια, ακριβώς για να στηρίξουμε τη στελέχωση κρίσιμων υπηρεσιών, όπως τα σχολεία και τα νοσοκομεία.
Στα νησιά το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο, γιατί πολλές φορές δεν μιλάμε καν για ακριβό ενοίκιο. Μιλάμε για σπίτια που δεν είναι διαθέσιμα για δώδεκα μήνες. Άρα η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο “σου δίνω περισσότερα χρήματα για να νοικιάσεις”. Πρέπει να δημιουργήσουμε κατοικίες που θα μπορούν πράγματι να μισθωθούν.
Αυτό είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πόσο άμεσα συνδέεται η στεγαστική πολιτική με την υγεία, την εκπαίδευση και την εργασία. Γιατί στο τέλος, αν ο γιατρός, ο εκπαιδευτικός ή ο εργαζόμενος δεν μπορεί να βρει σπίτι, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Δημογραφικό. Σύνθετο ζήτημα μεν… αλλά με πρακτικά προβλήματα τα οποία, πιστεύουμε ότι βιώνετε και η ίδια ως εργαζόμενη μητέρα. Τι είναι λοιπόν αυτό που λείπει από την καθημερινότητα μιας εργαζόμενης μητέρας ή ενός νέου ζευγαριού στην Ελλάδα σήμερα για να αποφασίσει να κάνει πρώτο ή δεύτερο παιδί; Αναμφίβολα, τα επιδόματα, οι νταντάδες της γειτονιάς, ο «κουμπαράς»… είναι μια ώθηση. Αρκούν όμως να μεγαλώσουν την Ελλάδα μας;
Όχι, δεν αρκούν από μόνα τους. Και θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το δημογραφικό σαν μια εξίσωση στην οποία προσθέτεις ένα επίδομα και περιμένεις περισσότερες γεννήσεις.
Η απόφαση για ένα παιδί σχετίζεται με συγκεκριμένες συνθήκες: αν το σπίτι είναι κατάλληλο, αν η μητέρα μπορεί να επιστρέψει στη δουλειά της, αν υπάρχει διαθέσιμη και προσιτή φροντίδα, αν η καθημερινότητα της οικογένειας μπορεί να οργανωθεί. Και όσο μεγαλώνει η οικογένεια, τόσο μεγαλώνουν και αυτές οι απαιτήσεις.
Αυτό ακριβώς αλλάζουμε. Μειώνουμε, ένα προς ένα, τα εμπόδια που κάνουν μια οικογένεια να αναβάλλει την απόφαση.
Στην προσχολική αγωγή έχουμε κάνει τεράστια βήματα. Καταργήσαμε εντελώς το εισοδηματικό κριτήριο για τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, ενώ για τις οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά ανεβάσαμε σημαντικά τα εισοδηματικά όρια, έως τις 37.000 ευρώ. Αυξήσαμε επίσης κατά 10% την αξία του voucher και χρηματοδοτούμε περισσότερες θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Και για τις οικογένειες που δεν βρίσκουν θέση σε βρεφικό σταθμό, δημιουργήσαμε τις «Νταντάδες της Γειτονιάς», ώστε το παιδί να έχει ασφαλή φροντίδα στο σπίτι. Έχουμε ήδη πάνω από 4.000 εγκεκριμένους επιμελητές, περισσότερους από 7.500 εγκεκριμένους ωφελούμενους και πάνω από 3.200 υπογεγραμμένα συμφωνητικά.
Ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» έρχεται να προσθέσει και τη μακροπρόθεσμη στήριξη του παιδιού. Αλλά η δημογραφική πολιτική κρίνεται πολύ νωρίτερα. Κρίνεται στο αν η μητρότητα μπορεί να συνδυαστεί με την εργασία, στο αν μια οικογένεια έχει σπίτι και στο αν έχει τη φροντίδα που χρειάζεται όταν τη χρειάζεται.
Δεν είναι δική μας δουλειά να πούμε σε μια οικογένεια πόσα παιδιά θα κάνει. Δική μας δουλειά είναι να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις ώστε, αν θέλει να κάνει πρώτο, δεύτερο ή τρίτο παιδί, να μπορεί να το κάνει. Αυτή είναι η ουσία της δημογραφικής πολιτικής.
Στις κοινωνικές δομές και την πρόνοια, η ποιότητα των υπηρεσιών εξαρτάται άμεσα από τον ανθρώπινο παράγοντα. Πιστεύουμε ότι έχετε σαφή εικόνα των ελλείψεων και των καταστάσεων με τους συμβασιούχους και από τη θητεία σας στο Υπουργείο Εργασίας. Πού κρίνετε λοιπόν ότι πρέπει να δοθεί προτεραιότητα, ανεξαρτήτως «χαρτοφυλακίου».
Μπορείς να ψηφιοποιήσεις την αίτηση. Δεν μπορείς να ψηφιοποιήσεις τη φροντίδα.
Στο τέλος, ο ηλικιωμένος, το παιδί, το άτομο με αναπηρία ή μια οικογένεια που ζητά βοήθεια χρειάζονται απέναντί τους έναν επαγγελματία με χρόνο, γνώση και ευθύνη να τους καθοδηγήσει. Γι’ αυτό η στελέχωση των κοινωνικών υπηρεσιών δεν είναι απλώς διοικητικό ζήτημα. Είναι προϋπόθεση για να φτάνει η κοινωνική πολιτική στον πολίτη όταν τη χρειάζεται.
Πριν από λίγες ημέρες εξασφαλίσαμε 200 νέες θέσεις δωδεκάμηνης πλήρους απασχόλησης στα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας, με αποδοχές που φτάνουν έως τα 1.250 ευρώ τον μήνα. Ενισχύουμε έτσι άμεσα τις δομές εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες.
Δεν αρκεί όμως να αυξάνουμε απλώς τον αριθμό των εργαζομένων. Χρειάζεται να ενισχύουμε τις υπηρεσίες με τις ειδικότητες που πραγματικά χρειάζονται, να εκπαιδεύουμε και να εποπτεύουμε τους επαγγελματίες, να μην ταλαιπωρούμε μια οικογένεια από υπηρεσία σε υπηρεσία και να είναι σαφές ποιος αναλαμβάνει τι.
Και εδώ η αυτοδιοίκηση είναι αναντικατάστατη. Ο πολίτης μπορεί να μη γνωρίζει ποια Γενική Γραμματεία έχει την αρμοδιότητα. Ξέρει όμως αν η κοινωνική υπηρεσία του δήμου του μπορεί να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται, όταν τη χρειάζεται. Εκεί φαίνεται αν το σύστημα δουλεύει για τον πολίτη.
Για τις ευάλωτες ομάδες-ΑμΕΑ έχετε ήδη ανακοινώσει σημαντικές πρωτοβουλίες. Τι αναμένουμε στο μέλλον;
Στην αναπηρία, το ζητούμενο δεν είναι μόνο ποια παροχή δίνουμε, αλλά τι αλλάζει αυτή η παροχή στην καθημερινότητα του πολίτη. Αν μπορεί να μετακινηθεί, να εργαστεί, να σπουδάσει και να ζήσει πιο ανεξάρτητα.
Αυτή είναι η λογική του Προσωπικού Βοηθού. Τον δημιουργήσαμε, τον δοκιμάσαμε στην πράξη και πλέον τον κάναμε μόνιμο πρόγραμμα εθνικής εμβέλειας. Στην πιλοτική εφαρμογή εντάχθηκαν πάνω από 1.800 άτομα με αναπηρία και απασχολήθηκαν πάνω από 3.000 Προσωπικοί Βοηθοί. Από τις 26 Αυγούστου η πλατφόρμα είναι ανοιχτή σε όλη τη χώρα. Η ανταπόκριση είναι ήδη πολύ μεγάλη: στην πλατφόρμα έχουν καταγραφεί περίπου 19.500 αιτήσεις. Περισσότερες από 8.300 έχουν υποβληθεί και περίπου 6.500 έχουν κριθεί επιλέξιμες. Η συνολική χρηματοδότηση του προγράμματος ανέρχεται σε 53 εκατ. ευρώ τον χρόνο και η προσωπική βοήθεια φτάνει έως τα 1.940 ευρώ τον μήνα από την 1η Ιανουαρίου 2027.
Παράλληλα, με την «Προσβασιμότητα κατ’ οίκον» χρηματοδοτούμε παρεμβάσεις έως 14.500 ευρώ. Στη συγκεκριμένη φάση του προγράμματος έχουν εγκριθεί πάνω από 1.900 άτομα με αναπηρία, από τα οποία 1.240 έχουν ήδη ολοκληρώσει τις παρεμβάσεις τους. Για όσους έχουν οριστικά εγκριθεί αλλά δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν, δώσαμε παράταση έως τις 30 Νοεμβρίου, ώστε να ολοκληρώσουν τις εργασίες και να υποβάλουν τη δήλωση ολοκλήρωσης μαζί με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Με την Κάρτα Αναπηρίας απλοποιούμε την καθημερινότητα και με την Πρώιμη Παιδική Παρέμβαση στηρίζουμε 2.500 παιδιά έως 6 ετών και τις οικογένειές τους.
Στο Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο περιλαμβάνονται επίσης δράσεις με έμφαση στην αναπηρία, όπως 100% επιδότηση για ηλεκτρικά αμαξίδια και scooters, καθώς και 2.350 κοινωνικές κατοικίες για 7.000 ευάλωτους πολίτες.
Αυτό θέλουμε να πετύχουμε: ο πολίτης με αναπηρία να μπορεί να ζει πιο αυτόνομα, να μετακινείται, να εργάζεται, να σπουδάζει και να συμμετέχει ισότιμα στην καθημερινή ζωή. Και γι’ αυτό δουλεύουμε ταυτόχρονα στην προσωπική υποστήριξη, την προσβασιμότητα, τη στέγη, τη μετακίνηση, την εκπαίδευση και την εργασία.
Δημοσίως δηλώσατε ως προσωπικό σας «στοίχημα» την αποϊδρυματοποίηση. Πόσα παιδιά βρίσκονται σήμερα κλεισμένα σε ιδρύματα στην Ελλάδα και τι γίνεται με τις καταγγελίες για καθυστερήσεις στις υιοθεσίες;
Η παιδική προστασία αρχίζει πολύ πριν ένα παιδί φτάσει σε μια δομή, με την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου και τη στήριξη της οικογένειας. Όταν όμως χρειαστεί να απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, ευθύνη της Πολιτείας είναι να του εξασφαλίσει ασφάλεια, φροντίδα και μια σταθερή προοπτική ζωής.
Το 2019 δεν γνωρίζαμε με ακρίβεια ούτε πόσα παιδιά ζούσαν σε ιδρύματα. Σήμερα έχουμε πλήρη εικόνα. Την 1η Ιουλίου 2026 φιλοξενούνταν 1.017 ανήλικοι, έναντι περίπου 2.200 το 2019, ενώ περισσότερα από 1.500 παιδιά έχουν αποχωρήσει από το ιδρυματικό περιβάλλον.
Αποϊδρυματοποίηση, όμως, δεν σημαίνει μία λύση για όλα τα παιδιά. Για κάποια η σωστή διαδρομή είναι η ασφαλής επιστροφή στη φυσική οικογένεια, για άλλα η αναδοχή ή η υιοθεσία. Για παιδιά με αναπηρία έχουμε την επαγγελματική αναδοχή, ενώ για μεγαλύτερους εφήβους λειτουργούν οι Μονάδες Ημιαυτόνομης Διαβίωσης, στις οποίες έχουν ήδη ενταχθεί περίπου 200 έφηβοι και νέοι.
Σε ότι αφορά στις καθυστερήσεις, η νομοθεσία προβλέπει ότι η κοινωνική έρευνα ολοκληρώνεται μέσα σε τρεις μήνες για την αναδοχή και σε έξι για την υιοθεσία. Σε ορισμένες Περιφέρειες οι προθεσμίες αυτές δεν τηρούνται. Έχουμε εντοπίσει ακόμη και περιπτώσεις όπου, έναν χρόνο μετά την αίτηση, δεν είχε γίνει ούτε ο πρώτος έλεγχος των δικαιολογητικών. Αυτό πρέπει να διορθώνεται. Οι συγκεκριμένες προθεσμίες προβλέπονται στο ισχύον πλαίσιο για την αναδοχή και την υιοθεσία.
Παράλληλα, υπάρχει και το ζήτημα της αντιστοίχισης των παιδιών με τους υποψήφιους γονείς. Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που βρίσκονται σήμερα στις δομές δεν συμπίπτουν πάντοτε με τις προτιμήσεις των υποψήφιων γονέων, ως προς την ηλικία, την υγεία, την αναπηρία ή την εθνοτική καταγωγή. Άρα, δεν είναι κάθε καθυστέρηση διοικητική.
Η παιδική προστασία είναι ευθύνη όλων μας. Πολιτεία, Περιφέρειες, υπηρεσίες και δομές πρέπει να κάνουν σωστά και έγκαιρα τη δουλειά τους, με ένα κριτήριο πάνω από όλα: το συμφέρον του παιδιού. Γιατί ο στόχος δεν είναι απλώς να μειώνουμε έναν αριθμό. Είναι κάθε παιδί να μένει όσο το δυνατόν λιγότερο σε ίδρυμα και να βρίσκει όσο το δυνατόν γρηγορότερα τη διαδρομή που είναι σωστή για το ίδιο.
Τι πρωτοβουλίες αναμένουμε το επόμενο διάστημα από πλευράς Υπουργείου;
Το επόμενο διάστημα προχωρούμε στην πλήρη εφαρμογή όσων έχουμε ήδη θεσμοθετήσει και επεκτείνουμε παρεμβάσεις που έχουν δείξει ότι λειτουργούν.
Στη στέγη, το «Ανακαινίζω» μόλις ολοκληρώθηκε με περισσότερες από 93.700 βεβαιώσεις, από τις οποίες πάνω από 13.600 αφορούν κλειστά ακίνητα. Συνεχίζουμε λοιπόν να δουλεύουμε για να επιστρέψουν περισσότερα σπίτια στην αγορά, να αξιοποιηθεί δημόσια περιουσία και να προχωρήσει η κοινωνική κατοικία.
Παράλληλα, δίνουμε ιδιαίτερο βάρος στην περιφέρεια. Τον Οκτώβριο ανοίγει η πλατφόρμα για τη διεύρυνση του Προγράμματος Μετεγκατάστασης, με ενίσχυση έως 10.000 ευρώ. Μετά τον Έβρο, το πρόγραμμα επεκτείνεται σε επτά από τους οκτώ δήμους της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων και στους Δήμους Σουλίου και Φιλιατών στη Θεσπρωτία. Θέλουμε η εγκατάσταση και η παραμονή σε αυτές τις περιοχές να είναι μια ρεαλιστική επιλογή. Και αυτό δεν εξαρτάται μόνο από ένα οικονομικό κίνητρο, αλλά και από τη στέγη, τις υπηρεσίες και τις υποδομές που υπάρχουν σε κάθε τόπο.
Την ίδια ώρα, συνεχίζουμε να ενισχύουμε τις πολιτικές φροντίδας για τις οικογένειες, την αυτονομία των ατόμων με αναπηρία και την αποϊδρυματοποίηση στην παιδική προστασία. Το ζητούμενο δεν είναι να προσθέτουμε συνεχώς νέα προγράμματα, αλλά όσα έχουμε σχεδιάσει και εφαρμόσει να φτάνουν σε περισσότερους πολίτες και να απαντούν σε συγκεκριμένες ανάγκες της καθημερινότητάς τους.
Κλείνοντας, να ρωτήσουμε. Επειδή εκλογές πλησιάζουν, θα σας συναντάμε (κυρίως) Πειραιά και νησιά Αργοσαρωνικού; Και με ποιο «πολιτικό σύνθημα»;
Ο Πειραιάς και τα νησιά είναι το σπίτι μου. Εκεί εκλέγομαι, εκεί εκπροσωπώ τους πολίτες και εκεί λογοδοτώ. Αυτό δεν αλλάζει ανάλογα με το πόσο κοντά βρισκόμαστε στις εκλογές. Η σχέση με τους πολίτες χτίζεται καθημερινά, με παρουσία, επαφή και δουλειά.
Και εκεί φαίνεται πολύ καθαρά πόσο συνδέονται μεταξύ τους τα προβλήματα. Αν δεν υπάρχει διαθέσιμη στέγη, δυσκολεύεται να μείνει ο γιατρός ή ο εκπαιδευτικός. Αν λείπουν βασικές υπηρεσίες και λύσεις φροντίδας, μια οικογένεια δυσκολεύεται να οργανώσει την καθημερινότητά της και ένας νέος άνθρωπος δυσκολεύεται να μείνει και να δημιουργήσει στον τόπο του. Γι’ αυτό χρειάζονται λύσεις που να απαντούν μαζί σε περισσότερες από μία ανάγκες.
Όσο για το «πολιτικό σύνθημα», προτιμώ να μιλάω με συγκεκριμένο έργο και καθαρές δεσμεύσεις για όσα μένουν να γίνουν. Στο τέλος, οι ίδιοι οι πολίτες θα κρίνουν τι προχώρησε, τι άλλαξε και πού χρειάζεται να επιμείνουμε περισσότερο.
ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ





