Φορολογείται σαν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες το εισόδημα που αποκτά φυσικό πρόσωπο από την παροχή υπηρεσιών βάσει έγγραφων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου, με φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθμό αυτόν, ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που λαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από την κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποκτά παράλληλα και εισόδημα από μισθωτή εργασία, σύμφωνα με μία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του άρθρου 12 ΚΦΕ. Απαιτείται το εισόδημα από μισθωτή εργασία του φορολογούμενου να έχει αποκτηθεί μετά τη διακοπή της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και όχι παράλληλα κατά την άσκηση της δραστηριότητας αυτής.
Για φορολογικούς σκοπούς θεωρείται ότι στις παραπάνω περιπτώσεις υπάρχει εργασιακή σχέση.
Με την ΠΟΛ.1109/2017 διευκρινίστηκε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι στους οποίους μπορεί να παρέχει υπηρεσίες το φυσικό πρόσωπο μπορεί να είναι και ιδιώτες (όχι επιτηδευματίες).
Επίσης με την ΠΟΛ.1029/2018 τονίστηκε ότι οι λήπτες των υπηρεσιών μπορεί να είναι και πρόσωπα ή οντότητες που έχουν φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην αλλοδαπή.
Μια από τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν είναι και η παροχή υπηρεσιών να γίνεται από φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την εμπορική ιδιότητα.
Θεωρείται ότι δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα και συνεπώς υπάγονται στην ανωτέρω διάταξη, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής, οι αμοιβές που καταβάλλονται εξαιτίας παροχής υπηρεσιών στις οποίες προέχει το στοιχείο της συμβουλής ή της επιστημονικής, καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, δηλαδή επαγγέλματα που με τις καταργηθείσες διατάξεις του Ν.2238/1995 χαρακτηρίζονταν ως ελευθέρια επαγγέλματα. Περιπτώσεις τέτοιων αμοιβών που δεν έχουν την έννοια της εμπορικής ιδιότητας είναι οι αμοιβές του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, μαίας, δικηγόρου, συμβολαιογράφου, άμισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιμελητή, αρχιτέκτονα, μηχανικού, τοπογράφου, χημικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, περιβαλλοντολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δημοσιογράφου, διερμηνέα, ξεναγού, μεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή μουσικών έργων ή μουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυματολόγου, διακοσμητή, οικονομολόγου, αναλυτή, προγραμματιστή, ερευνητή ή συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού, εμπειρογνώμονα, ομοιοπαθητικού, εναλλακτικής θεραπείας, ψυχοθεραπευτή, λογοθεραπευτή, λογοπαθολόγου και λογοπεδικού, καθώς και αμοιβές που καταβάλλονται σε πραγματογνώμονες, διαιτητές, εκκαθαριστές γενικά, ελεγκτές Α.Ε., εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κληρονομιών και κηδεμόνες σχολάζουσας κληρονομίας. (ΠΟΛ.1047/2015 και ΔΕΑΦ 1115232 ΕΞ2018/27-07-2018).
Επίσης στην ΠΟΛ.1047/2015 ορίστηκε ότι : Μεταξύ των περιπτώσεων των δικαιούχων απόκτησης εισοδημάτων για τους οποίους θεωρείται ότι συντρέχει η ανωτέρω εργασιακή σχέση, λόγω της φύσης των εργασιών τους, είναι και οι πιο κάτω:
α) τα εισοδήματα των ασκούμενων δικηγόρων και σπουδαστών που πραγματοποιούν πρακτική εξάσκηση,
β) τα εισοδήματα φυσικών προσώπων που απασχολούνται σε προγράμματα απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας,
γ) οι αποζημιώσεις ανέργων ή εργαζομένων από το κοινοτικό ή εθνικό ταμείο για την παρακολούθηση επιδοτούμενων σεμιναρίων επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης,
δ) τα εισοδήματα που αποκτούν δικαιούχοι προγράμματος «επανειδίκευσης, κατάρτισης και απόκτησης επαγγελματικής εμπειρίας» (αφορά πρώην εργαζομένους εταιριών που έκλεισαν και οι οποίοι υπάχθηκαν στα προγράμματα αυτά),
ε) τα εισοδήματα που αποκτούν συμβασιούχοι έργου στα Κ.Ε.Π., Δημόσιο και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ.
στ) τα εισοδήματα που αποκτούν φοιτητές, μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι διδάκτορες κ.λπ.. εξαιτίας της συμμετοχής τους σε ερευνητικά προγράμματα, καθώς επίσης και οι περιπτώσεις απόκτησης εισοδημάτων από περιστασιακά απασχολούμενους όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κ.λπ. που συμμετέχουν σε εργασίες όπως, έρευνες αγοράς, συγκέντρωση ερωτηματολογίων, συλλογή παλιών αντικειμένων ή σιδήρων και οι οποίοι αποκτούν ευκαιριακά εισόδημα.
Όσον αφορά την επαγγελματική εγκατάσταση πρέπει να είναι ίδια με την κατοικία τους. Η υπαγωγή στην ανωτέρω διάταξη καλύπτει και τις περιπτώσεις φιλοξενουμένων στους οποίους έχει παραχωρηθεί μέρος του ακινήτου για την άσκηση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, για την οποία προκύπτει τεκμαρτό μίσθωμα για τον παραχωρητή.
Για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος αφαιρούνται μόνο οι δαπάνες των εισφορών σε ασφαλιστικά ταμεία και όχι οι υπόλοιπες δαπάνες που έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία των εν λόγω προσώπων.
Για την συμπλήρωση και εκκαθάριση των φορολογικών δηλώσεων στο έντυπο Ε3 ο φορολογούμενος διαγραμμίζει τον κωδικό 007 στην πρώτη σελίδα , τον κωδικό 019-020 του πίνακα 2 του εντύπου Ε1 και το καθαρό ποσό μετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών στον κωδικό 307/308 του πίνακα 4 του εντύπου Ε1.
Τέλος μια απαραίτητη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει είναι να υπάρχουν έγγραφες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή συμβάσεων έργου μεταξύ του φυσικού προσώπου, που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και των αντισυμβαλλομένων του.
ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΤΗΔΕΥΜΑΤΟΣ
Δεν επιβάλλεται για τα πρώτα πέντε (5) έτη από την πρώτη έναρξη εργασιών.
Μετά τα πέντε (5) πρώτα έτη ισχύει :
o τετρακόσια (400) ευρώ ετησίως, εφόσον η έδρα βρίσκεται σε τουριστικό τόπο ή σε πόλεις-χωριά με πληθυσμό έως 200.000 κατοίκους,
o πεντακόσια (500) ευρώ ετησίως, εφόσον η έδρα βρίσκεται σε πόλη με πληθυσμό πάνω από 200.000 κατοίκους και
o τριακόσια (300) ευρώ ετησίως, για κάθε υποκατάστημα.
Δείτε σχετικά εδώ
Συντακτική Ομάδα Oenet





