Στην απόφαση η υπόθεση περιστρέφεται περί του φαινομένου της συγχώνευσης επιχειρήσεων, δηλαδή της ένωσης δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων σε ένα νομικό πρόσωπο. Η συγχώνευση δύναται να λάβει χώρα με δύο τρόπους: είτε με απορρόφηση, δηλαδή με αγορά της απορροφούμενης επιχείρησης και απορρόφησή της σε μία ήδη υπάρχουσα επιχείρηση, είτε με σύσταση νέας εταιρείας, δηλαδή με συνένωση δύο ή περισσότερων νομικών προσώπων στο πλαίσιο ενός νεοσύστατου νομικού προσώπου.
Τον ανωτέρω ορισμό της συγχώνευσης μας δίνει το άρθρο 54 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος στην 2η παράγραφο :
Ως «συγχώνευση» θεωρείται κάθε πράξη με την οποία:
α) ένα ή περισσότερα νομικά πρόσωπα (εφεξής οι «εισφέρουσες εταιρείες»), κατά τη διάλυσή τους χωρίς να τεθούν υπό καθεστώς εκκαθάρισης, μεταβιβάζουν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους σε άλλο υφιστάμενο νομικό πρόσωπο (εφεξής: η λήπτρια εταιρεία) με αντάλλαγμα για την έκδοση ή μεταβίβαση στους μετόχους της εισφέρουσας εταιρείας τίτλων του εταιρικού κεφαλαίου της λήπτριας εταιρείας,
β) δύο ή περισσότερα νομικά πρόσωπα (εφεξής οι «εισφέρουσες εταιρείες»), κατά τη διάλυσή τους χωρίς να τεθούν υπό καθεστώς εκκαθάρισης, μεταβιβάζουν όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού τους σε νομικό πρόσωπο που συστήνουν (εφεξής η «λήπτρια εταιρεία») με αντάλλαγμα την έκδοση ή τη μεταβίβαση στους μετόχους της εισφέρουσας εταιρείας τίτλων του εταιρικού κεφαλαίου της λήπτριας εταιρείας.
Με τις συγχωνεύσεις υπάρχει μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, όμως αυτές διαφέρουν από τις εξαγορές, οι οποίες αποτελούν απλή αγορά των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης με καταβολή αντιτίμου, μέσω της οποίας η εξαγοράζουσα δύναται ανάλογα με τον αριθμό των μετοχών που έχει αγοράσει να ασκεί έλεγχο στην εξαγοραζόμενη, όμως οι δύο εταιρείες εξακολουθούν να αποτελούν ξεχωριστές νομικές προσωπικότητες.
Οι συγχωνεύσεις αποτελούν ένα ισχυρό εργαλείο για επιχειρήσεις που επιθυμούν να σταθεροποιήσουν τα κέρδη, να αυξήσουν την κερδοφορία τους αλλά και να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών τους (Significant Market Power). Πρακτικά, μέσω της συγχώνευσης μειώνεται ο ανταγωνισμός καθώς η συγχωνευμένη επιχείρηση έχει μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στη σχετική αγορά, επομένως δύναται τελικά να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον καθορισμό των τιμών (price maker) αντί να δέχεται παθητικά τις τιμές που ορίζει η αγορά (price taker).
Ταυτόχρονα, οι συγχωνεύσεις είναι ένα εργαλείο ζωτικής σημασίας στη φορολόγηση της επιχείρησης. Αν για παράδειγμα η απορροφούμενη εταιρεία παρουσιάζει ζημίες και μειωμένα κέρδη, τότε θα μειωθεί το ποσοστό φόρου που θα επιβληθεί για τον κύκλο εργασιών του εκάστοτε έτους. Αυτό συμβαίνει λόγω της δυνατότητας μεταφοράς των ζημιών μεταξύ των επιχειρήσεων: «Η λήπτρια εταιρεία έχει δικαίωμα να μεταφέρει τις ζημίες της εισφέρουσας εταιρείας» (αρ. 54 Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος παρ. 11). Αντίθετα, αν οι απορροφούμενες επιχειρήσεις παρουσιάζουν αυξημένη κερδοφορία, ο φόρος θα αυξηθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, η λήπτρια εταιρεία διενεργεί αποσβέσεις των στοιχείων του ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εάν δεν είχε λάβει χώρα η συγχώνευση ή η διάσπαση (παρ. 9). Πρακτικά λοιπόν, δεν επηρεάζονται οι αποσβέσεις, δηλαδή η μείωση της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού λόγω της συγχώνευσης. Η λήπτρια εταιρεία έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τα αποθεματικά και τις προβλέψεις που σχηματίστηκαν από την εισφέρουσα εταιρεία, με τις φορολογικές απαλλαγές και τους όρους που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εφόσον η μεταβίβαση δεν είχε λάβει χώρα. Η λήπτρια εταιρεία αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εισφέρουσας εταιρείας ως προς τα εν λόγω αποθεματικά και προβλέψεις (παρ. 10). Κατά συνέπεια, η απορροφούσα εταιρεία δύναται να μεταφέρει τα αποθεματικά, δηλαδή τα ποσά που δεσμεύονταν από την απορροφούμενη εταιρεία προς εκπλήρωση κάποιων υποχρεώσεων και δεν διανέμονταν ως μερίσματα, αλλά και τις προβλέψεις, δηλαδή ποσά που δεσμεύονται για περιπτώσεις έλευσης συγκεκριμένων κινδύνων.
Βλέπουμε λοιπόν ότι με τη συγχώνευση η απορροφούσα επιχείρηση υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης, εφόσον μεταβιβάζεται το ενεργητικό και το παθητικό της τελευταίας στην πρώτη. Πρακτικά, η απορροφούσα θα έχει το δικαίωμα να αξιώσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που έχει ένας οφειλέτης απέναντι στην απορροφούμενη. Έχουμε λοιπόν υποκατάσταση στα δικαιώματα του δανειστή. Είναι δυνατό όμως να συμβεί και το αντίθετο, δηλαδή να αξιώσουν άλλοι δανειστές την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οφείλει η απορροφούμενη από την απορροφούσα, εφόσον πλέον η απορροφούμενη δεν υφίσταται ως νομική οντότητα και η απορροφούσα αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχό της. Με την έλευση της συγχώνευσης, η απορροφούσα λοιπόν νομιμοποιείται τόσο να ασκήσει ένδικα μέσα τα οποία θα ασκούσε η απορροφούμενη, όσο και να ασκηθούν κατά αυτής ένδικα μέσα. Το φαινόμενο αυτό συναντούμε στην απόφαση 506/2021 του Αρείου Πάγου στην οποία αναφέρεται ότι:
«Όταν πρόκειται για αντίδικο νομικό πρόσωπο που έχει λυθεί νόμιμα, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχώνευσης εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μια η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης, εξομοιούται εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, και συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχώνευσης διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της. Παρέπεται ότι επί δικών που έχουν αρχίσει με τη συμμετοχή της απορροφούμενης εταιρείας, ύστερα από τη λύση της, νομιμοποιείται παθητικά για την απεύθυνση κατ' αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως μόνο η απορροφούσα εταιρεία, ως οιονεί καθολική διάδοχος της απορροφούμενης, αφού η τελευταία έχει παύσει να υπάρχει ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος. (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 512/2011)».
Εφόσον λοιπόν υφίσταται παθητική νομιμοποίηση, είναι δυνατό να ασκηθούν ένδικα μέσα κατά της απορροφούσας εταιρείας. Ωστόσο, σημαντικός είναι ο χρόνος άσκησης των ένδικων μέσων. Δεν αρκεί λοιπόν μια αίτηση αναίρεσης να ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα για να είναι παραδεκτή, αλλά πρέπει να ασκηθεί και στον χρόνο που έχει ήδη λάβει χώρα η συγχώνευση, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Αν λοιπόν δεν έχει πραγματοποιηθεί η συγχώνευση, το ένδικο μέσο δεν δύναται να απευθυνθεί στην απορροφούσα, αλλά στην απορροφούμενη, για αυτό και ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της απόφασης σύμφωνα με την οποία κρίθηκε απαράδεκτη η άσκηση ένδικου μέσου από την τραπεζική εταιρεία κατά της απορροφούσας σε χρόνο που δεν είχε επέλθει η παθητική νομιμοποίησή της.
«Η υποκείμενη προς κρίση αίτηση αναιρέσεως, απευθυνόμενη κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία … οποία δεν ήταν αντίδικος του αναιρεσείοντος ούτε καθολική διάδοχος της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "…" κατά το χρόνο άσκησης της, όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων επικαλείται με δήλωση του, περιεχόμενη στην προσθήκη επί των προτάσεων του που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου στις 25/9/2020, ότι εκ παραδρομής, από προφανή ακούσια πλημμέλεια αυτού απευθύνεται η αίτηση αναιρέσεως κατά της … αντί της αληθούς αντιδίκου του, Τράπεζας Πειραιώς ΑΕ, ως καθολικής διαδόχου - απορροφούσας εταιρείας λόγω συγχώνευσης της εφεσίβλητης εταιρείας …- απορροφούμενης, είναι απαράδεκτη διότι, υπό τα διαλαμβανόμενα; η … δεν νομιμοποιείται παθητικώς. Ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως απευθυνόμενη κατ'αυτής πρέπει να απορριφθεί κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα. Ύστερα από την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης πρέπει να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, διότι η άσκησή τους προϋποθέτει παραδεκτή άσκηση αναιρέσεως, πέραν του ότι αυτοί κατατέθηκαν εκπρόθεσμα στις 27-8-2019, μετά την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης αρχική δικάσιμο στις 20-11-2018. Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν».
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





