Σύμφωνα με το άρθρο 335 ΑΚ, ο οφειλέτης βρίσκεται σε αδυναμία παροχής, δηλαδή αδυναμία εκπλήρωσης της υποχρέωσής του έναντι του δανειστή, εάν του είναι αδύνατο να την εκπληρώσει είτε ολικώς είτε μερικώς. Η αδυναμία παροχής διακρίνεται σε αρχική όταν ο οφειλέτης δεν είναι ικανός να παραδώσει το πράγμα τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης και επιγενόμενη όταν η αδυναμία παροχής επέρχεται μετά την κατάρτιση της σύμβασης.
Η αδυναμία παροχής είναι ολική, όταν η υποχρέωση δεν δύναται να πραγματοποιηθεί καθόλου (πχ αν πρόκειται για πράγμα και ο οφειλέτης δε το έχει πια στη φυσική εξουσία του τότε δε μπορεί να το παραδώσει στο δανειστή). Μερική αδυναμία παροχής έχουμε όταν η υποχρέωση μπορεί να πραγματοποιηθεί ένα μέρος της συμφωνημένης παροχής (πχ αν πρόκειται για πράγμα το οποίο μπορεί να έχει υποστεί ζημία, ο δανειστής θα κοιτάξει αν τον συμφέρει ή όχι να του αποδοθεί το πράγμα).
Το άρθρο 335 κάνει λόγο για υποχρέωση αποκατάστασης της ζημίας του οφειλέτη. Έτσι, κατά κανόνα ο οφειλέτης πρέπει να αποζημιώσει το δανειστή. Πότε δεν ευθύνεται ο οφειλέτης; Η αξίωση αποζημίωσης δεν είναι δυνατή όταν οι λόγοι αδυναμίας παροχής δεν αφορούν στον οφειλέτη, δηλαδή η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός που εκείνος δεν μπορεί να προβλέψει, ούτε και να αποφύγει, είναι αυτό που αποκαλούμε ανωτέρα βία. Ωστόσο, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, καθώς οφείλει να ειδοποιήσει το δανειστή για την αδυναμία παροχής αμέσως μόλις πληροφορηθεί ο ίδιος για αυτή (336 ΑΚ). Βλέπουμε λοιπόν τη διάκριση της αδυναμίας παροχής σε υπαίτια (όταν η συμπεριφορά του οφειλέτη συντελεί στην αδυναμία της παροχής) και ανυπαίτια (όταν ο οφειλέτης παρά το γεγονός ότι τηρεί την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια δεν μπορεί να πραγματοποιήσει την σύμβαση).
Όταν έχουμε υπαίτια μερική αδυναμία, ο δανειστής μέσα σε εύλογη προθεσμία ύστερα από την προσφορά της παροχής από τον οφειλέτη πρέπει να αποφασίσει αν τον συμφέρει η μερική εκπλήρωση. Κατά συνέπεια, αν δεν τον συμφέρει η μερική εκπλήρωση μπορεί να αρνηθεί την παροχή και να θεωρήσει ότι η αδυναμία είναι ολική (337 ΑΚ). Για παράδειγμα, αν ο οφειλέτης έχει συμφωνήσει με το δανειστή την παράδοση ενός πίνακα ο οποίος διαβρώθηκε λόγω υγρασίας, ο δανειστής μπορεί να αρνηθεί την παράδοση του πίνακα επειδή για αυτόν η ζημία είναι τόσο σημαντική σε σημείο να θεωρεί ότι το πράγμα έχει καταστραφεί και συνεπώς έχουμε ολική αδυναμία.
Αν έχουμε ολική αδυναμία παροχής χωρίς ευθύνη του οφειλέτη, τότε αυτός οφείλει να αποδώσει στο δανειστή το περιελθόν, δηλαδή οτιδήποτε περιήλθε στην κυριότητά του εξαιτίας του γεγονότος που κατέστησε την παροχή αδύνατη (338 ΑΚ).
Πότε ο οφειλέτης είναι υπερήμερος;
Ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος όταν η παροχή είναι ληξιπρόθεσμη (340 ΑΚ), δηλαδή αν ο δανειστής έχει ζητήσει την απόδοση της παροχής μέσω δικαστικής ή εξώδικης όχλησης ή αν έχουμε δήλη ημέρα. Δήλη ημέρα έχουμε όταν ορίζεται μια συγκεκριμένη ημερομηνία για την εκπλήρωση της παροχής. Αυτό σημαίνει ότι αν περάσει η ημερομηνία αυτή ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος (341 ΑΚ). Η υπερημερία οφειλέτη δεν στοιχειοθετείται όταν η αδυναμία παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δε φέρει ευθύνη (342 ΑΚ).
Τη στιγμή που ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος δεν οφείλει μόνο την παροχή, αλλά και αποζημίωση για τη ζημία που προκάλεσε στο δανειστή από την καθυστέρηση της εκπλήρωσης της παροχής. Αν ο δανειστής κρίνει ότι με την καθυστέρηση αυτή δεν έχει πλέον συμφέρον να εκπληρωθεί η παροχή έχει δικαίωμα να την αποκρούσει και να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση (343 ΑΚ).
Τη στιγμή που ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, ευθύνεται για κάθε αμέλεια ακόμη και για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν ακόμη και αν η παροχή εκπληρωνόταν έγκαιρα (344 ΑΚ).
Αν η οφειλή είναι χρηματική, ο δανειστής δύναται να αξιώσει και τόκο υπερημερίας χωρίς να υποχρεούται να αποδείξει ζημία (345 ΑΚ). Αν ο οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος όμως του έχει επιδοθεί αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος τότε οφείλει νόμιμους τόκους (346 ΑΚ). Αν η οφειλή είναι πράγμα, ο οφειλέτης αντικειμένου αν υποχρεωθεί να καταβάλει την αξία του εξαιτίας γεγονότος που συνέβη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, οφείλει νόμιμους τόκους στο ποσό της αξίας από το χρόνο που λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό της (346 ΑΚ). Αν ο δανειστής προβεί σε αγωγή έναντι του οφειλέτη τότε ο τελευταίος έχει ευθύνη για αποζημίωση μετά την αγωγή για κάθε ζημία ή αδυναμία απόδοσης του πράγματος (348 ΑΚ).
Τόπος εκπλήρωσης παροχής
Εκτός από το χρόνο παροχής, σημαντικός είναι και ο τόπος παροχής για να δούμε αν έχουμε υπερημερία οφειλέτη ή δανειστή. Αν η παροχή είναι μη χρηματική στη σύμβαση και δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένος τόπος, τότε η παροχή καταβάλλεται στον τόπο που βρίσκεται η κατοικία του οφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης. Αν η υποχρέωση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματος του οφειλέτη τότε η παροχή καταβάλλεται στον τόπο που έχει την επαγγελματική του έδρα (320 ΑΚ, χρέος άρσιμο).
Αν πρόκειται για χρηματική ενοχή (υποχρέωση), ο οφειλέτης πρέπει να την καταβάλει στον τόπο κατοικίας του δανειστή ή αν πρόκειται για απαίτηση σχετική με το επάγγελμα του δανειστή την καταβάλλει στον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης (321 ΑΚ, χρέος κομίσιμο).
Αν η παροχή είναι δύσκολο να καταβληθεί λόγω αλλαγής κατοικίας του δανειστή, τότε ο οφειλέτης μπορεί να την καταβάλει στην αρχική κατοικία του δανειστή (322 ΑΚ).
Από τα παραπάνω, συνάγεται ότι αν ο οφειλέτης σε χρηματικές παροχές δεν πάει να αποδώσει την παροχή στον τόπο κατοικίας του δανειστή καθίσταται υπερήμερος. Υπερήμερος είναι και στην περίπτωση που ο δανειστής εμφανιστεί να παραλάβει τη μη χρηματική παροχή από τον τόπο κατοικίας του οφειλέτη και ο τελευταίος δεν εμφανιστεί.
Πότε ο δανειστής είναι υπερήμερος;
Το ίδιο ισχύει και για την αντίστροφη περίπτωση που ο οφειλέτης θέλει να εκπληρώσει την παροχή αλλά ο δανειστής την αποκρούει. Έτσι, αν πρόκειται για μη χρηματική ενοχή και ο δανειστής δεν εμφανιστεί στον τόπο κατοικίας του οφειλέτη ή δεν βρίσκεται στον τόπο της κατοικίας του κατά το χρόνο της παροχής, μπορούμε να κάνουμε λόγο για υπερημερία δανειστή.
Προκειμένου να καταστεί ο δανειστής υπερήμερος πέρα από το να μην εμφανιστεί στον τόπο παροχής πρέπει να έχουμε δύο προϋποθέσεις: Η προσφορά του οφειλέτη πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα. Πραγματική προσφορά έχουμε όταν ο οφειλέτης προβαίνει στην απόδοση της συμφωνηθείσας παροχής. Προσήκουσα είναι η προσφορά όταν ο οφειλέτης προσφέρει την παροχή στον τόπο που έχει συμφωνηθεί να εκπληρώσει την παροχή και ο δανειστής να τη δεχτεί.
Τα παραπάνω αναφέρονται και στην απόφαση 523/2011 του Αρείου Πάγου:
«Περαιτέρω ως προσήκων θεωρείται ο τόπος εκείνος στον οποίο ο οφειλέτης πρέπει να ενεργήσει την εκπλήρωση της παροχής και ο δανειστής να την δεχθεί. Επομένως προσφέροντας ο οφειλέτης την παροχή στον τόπο αυτό εκτελεί όσα του επιβάλλει ο νόμος και δεν περιάγεται σε υπερημερία. Αντιθέτως ο δανειστής αν αποκρούει την προσήκουσα προσφορά της παροχής που γίνεται στον τόπο της παροχής, περιέρχεται σε υπερημερία, εφόσον η προσφορά αυτή είναι πραγματική. Τότε γεννάται υπέρ του οφειλέτη το προβλεπόμενο από τα άρθρα 427 και 431 ΑΚ δικαίωμα παρακαταθέσεως της οφειλής του προκειμένου να ελευθερωθεί από την ενοχή. Με την παρακατάθεση της παροχής υπό τους όρους του νόμου επέρχεται απόσβεση της ενοχής, ο δε οφειλέτης έχει την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον δανειστή την παρακατάθεση».
Επομένως αν ο δανειστής αποκρούσει την παροχή, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα δημόσιας κατάθεσης του οφειλομένου, αν αυτό συνίσταται σε χρήματα ή άλλα πράγματα δεκτικά κατάθεσης κατά το νόμο (αρ. 427 ΑΚ). Η δημόσια κατάθεση επιφέρει απόσβεση της ενοχής σαν να είχε γίνει κατά το χρόνο της κατάθεσης καταβολή από τον οφειλέτη (431 ΑΚ). Ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση, καθώς ναι μεν μπορεί να προβεί σε δημόσια κατάθεση, όμως οφείλει να γνωστοποιήσει αυτή την ενέργειά του στο δανειστή.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





