Νομότυπη και εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), επομένως και παραδεκτή προς περαιτέρω έρευνα (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Ο αναιρεσείων (Ελληνικό Δημόσιο) πρόβαλε ισχυρισμούς περί παραβίασης διατάξεων (αρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 1α) για τα εκτός συναλλαγής και κοινόχρηστα πράγματα αλλά και των διατάξεων των άρθρων 1,2, 3,4 και 5 του α.ν. 2344/40 και επομένως ότι η προσβληθείσα απόφαση εσφαλμένα δέχτηκε ότι η συγκεκριμένη με αριθμ. 1060366/5 853/Β0010 Πράξη επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού παραλίας (Δ' 756/2002) συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιωτικού κτήματος.
Ο πρώτος λόγος αναίρεσης θεωρήθηκε αόριστος και απαράδεκτος, εφόσον δεν εξέθετε κανένα από τα εξής στοιχεία: α) το περιεχόμενο των ως άνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου και γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή, η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης έκανε λόγο για ανεπαρκή και συγχρόνως αντιφατική αιτιολογία βάσει του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αριθμ. 1α λόγω της παραδοχής ότι τα δημόσια κτήματα ήταν επιδεκτικά έκτακτης χρησικτησίας και πιθανής κτήσης κυριότητας αυτών με την πάροδο 30 ετών ως το 1915, κάτι που μετά το 1915 δεν ισχύει. Η αναιρεσίβλητη πρόβαλε πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της που ανατρέχουν στο έτος 1947, επομένως ότι συμπλήρωσε την περίοδο της χρησικτησίας 30 ετών και επομένως απέκτησε δικαίωμα πλήρους κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας έναντι του Δημοσίου στο επίδικο τμήμα. Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και επομένως απαράδεκτος και αυτός διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα, γεγονός που δεν αποδείχθηκε, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα είναι αιγιαλός, ούτε ότι περιήλθε με άλλο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, απορριπτομένης της σχετικής παρακωλυτικής ένστασης γενέσεως του επιδίκου δικαιώματος. Συνεπώς, ελλείψει απόδειξης κυριότητας του δημοσίου, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας σε δημόσια κτήματα.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης αφορούσε την ανάγνωση και την εκτίμηση του εγγράφου, η οποία κατά τον αναιρεσείοντα θεωρήθηκε εσφαλμένη. Ο Άρειος Πάγος θεώρησε ότι και ο τρίτος λόγος δεν είχε βάση, απορρίπτοντας τελικά την αίτηση καθώς το διαφορετικό πόρισμα από αυτό που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό δε σημαίνει εσφαλμένη ανάγνωση ή ερμηνεία και επομένως δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης (αρ. 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ., 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Αφού είδαμε τα πραγματικά περιστατικά και τα προβαλλόμενα επιχειρήματα, ας δούμε τις έννοιες που αναφέρονται στην απόφαση ΑΠ 329/2021. Για να κατανοήσουμε την έννοια της έκτακτης χρησικτησίας πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε τις εξής έννοιες: Κατοχή, νομή, κυριότητα. Ποιες είναι λοιπόν οι διαφορές τους;
Οι έννοιες της νομής και της κατοχής προσδιορίζονται στο άρθρο 974 ΑΚ σύμφωνα με το οποίο «Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.». Έτσι, κατοχή έχουμε όταν κάποιος κατέχει το πράγμα, έχει δηλαδή φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ωστόσο ο κάτοχος δεν έχει πάντοτε και διάνοια κυρίου, δηλαδή δεν είναι πάντοτε και νομέας. Κάτοχος λοιπόν μπορεί να είναι και ο ληστής ο οποίος θα ληστέψει κάποιον και θα έχει φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, γνωρίζοντας ωστόσο ότι δεν είναι κύριος αυτού. Αντίθετα, ο νομέας έχει εκτός από τη φυσική κατοχή του πράγματος, ένα πνευματικό στοιχείο, τη διάνοια κυρίου, δηλαδή χρησιμοποιεί και συμπεριφέρεται στο πράγμα με τον ίδιο τρόπο που θα το έκανε και ο κύριος του πράγματος. Δεν υφίσταται σε όλες τις περιπτώσεις πρόθεση του νομέα για έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε απαιτείται ο νομέας να θεωρεί ότι είναι κύριος του πράγματος.
Εάν το πράγμα βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα (976 ΑΚ). Απώλεια νομής έχουμε μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα (981 ΑΚ). Σε περίπτωση παράνομης νομής (χωρίς τη θέληση του νομέα) η νομή είναι επιλήψιμη. Το ελάττωμα αυτό της νομής αντιτάσσεται και κατά των κληρονόμων του νομέα (984 ΑΚ) (επειδή η νομή κληρονομείται στους δικαιούχους όταν δεν έχει ελαττώματα). Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του χωρίς να αποκλείεται και αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπρακτικής ευθύνης (987 ΑΚ). Αποζημίωση γίνεται να αξιωθεί και για διατάραξη της νομής, για την οποία ο νομέας ζητά την παύση και την μη επανάληψή της στο μέλλον (989 ΑΚ).
Ερχόμαστε λοιπόν στην έννοια της κυριότητας, της οποίας αντικείμενο είναι μόνο πράγματα ή όσα θεωρούνται πράγματα από το νόμο (999 ΑΚ). Ο κύριος του πράγματος μπορεί να το διαθέτει αλλά και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό (χωρίς όμως να παραβιάζει δικαιώματα τρίτων ή το νόμο, 1000 ΑΚ).
Εν προκειμένω, προβάλλεται ότι το δημόσιο είναι κύριος του ακινήτου, όμως δεν είχε τη φυσική εξουσία του πράγματος, εφόσον το πράγμα χρησιμοποιείτο από την αναιρεσίβλητη και από τους δικαιοπαρόχους οι οποίοι είχαν τελέσει πράξεις νομής. Επομένως, η χρησάμενη είχε διάνοια κυρίου, ήταν δηλαδή νομέας και όχι μόνο κάτοχος του πράγματος. Δεν είχε λοιπόν μόνο φυσική εξουσία στο πράγμα, το χρησιμοποιούσε ως δικό της.
Τί είναι η χρησικτησία;
Χρησικτησία είναι η διαδικασία με την οποία ένα πράγμα περιέρχεται στην κυριότητα του νομέα που χρησιμοποιεί το πράγμα καλή τη πίστη για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Η χρησικτησία διακρίνεται σε τακτική και έκτακτη: Η τακτική χρησικτησία αφορά στο νομέα που ασκεί νομή σε κινητό πράγμα καλή τη πίστη και με νόμιμο τίτλο για τουλάχιστον μια τριετία και σε ακίνητο πράγμα για μια δεκαετία, μετά την πάροδο της οποίας γίνεται κύριος του πράγματος. Έκτακτη είναι η χρησικτησία όταν ο νομέας έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο με συνέπεια να γίνεται κύριος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (1046 ΑΚ). Η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής. Η διακοπή δεν επέρχεται αν η νομή ανακτηθεί μέσα σε ένα έτος, ή αργότερα αλλά με αγωγή που ασκήθηκε μέσα στο έτος (1048 ΑΚ).
Εν προκειμένω, η αναιρεσειούσα είχε στη νομή της το ακίνητο του δημοσίου για πάνω από 30 έτη, επομένως με διάνοια κυρίου ασκούσε τη νομή στο πράγμα και θέλησε να επέλθει στην κυριότητά της. Τί ισχύει για τα ακίνητα του δημοσίου; Εφαρμόζονται τα παραπάνω άρθρα;
Σύμφωνα με την απόφαση 590/2019, «τα δημόσια κτήματα, εκείνα, δηλαδή, που, ανεξάρτητα από τη μορφή τους, ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με το, εφαρμοζόμενο, κατ' άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ισχύος του ΑΚ χρόνο, βρδ και, ειδικότερα, τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή με την άσκηση νομής στο δημόσιο κτήμα, με καλή πίστη, για συνεχές χρονικό διάστημα τριάντα τουλάχιστον ετών, που έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της νομής του και το χρόνο της όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχετ. διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμενοι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βρδ. Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι, με την κτήση της νομής του πράγματος, δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικά, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.».
Έτσι, συνάγεται ότι ως το 1915 δεν απαγορευόταν η χρησικτησία ακινήτων του δημοσίου με τον χρησάμενο να συμπληρώνει 30 έτη νομής με διάνοια κυρίου, καλή τη πίστη, χωρίς δηλαδή να θεωρεί ότι με τη νομή του πράγματος προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας τρίτου. Ο χρησάμενος έχει δικαίωμα να συνυπολογίσει στο χρόνο χρησικτησίας και τα έτη νομής των δικαιοπαρόχων. Στην δική μας περίπτωση έχει παρέλθει το έτος 1915 όμως ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω.
Για το διάστημα μετά το 1915 ορίζει το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη,
ή
β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ..
2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
3. Αποφάσεις που εκδόθηκαν από τις επιτροπές ενστάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7 και 10 του Ν. 2308/1995, με τις οποίες αναγνωρίζονται δικαιώματα του Δημοσίου σε ακίνητα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1, επανεξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζεται η διαδικασία επανεξέτασης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Από το άρθρο 4 κατανοούμε λοιπόν ότι για το διάστημα μετά το 1915, είναι επιτρεπτή η απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, αρκεί ο νομέας να ασκεί τη νομή του δημοσίου ακινήτου αδιάκοπα, για διάστημα 30 ετών τα οποία πρέπει να έχουν συμπληρωθεί ως την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003. Είναι αδιάφορο λοιπόν αν η νομή έχει ξεκινήσει πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αλλά τα 30 έτη έχουν συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του, ακόμη κι αν ο νομέας έχει καλή πίστη και αδιατάρακτη νομή του πράγματος. Κατά την πάροδο των 30 ετών πριν τη θέση σε ισχύ του νόμου απαραίτητη είναι πάντα η καλή πίστη και η αδιατάρακτη νομή του πράγματος, διαφορετικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κυριότητας από έκτακτη χρησικτησία.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





