Σύμφωνα με το άρθρ. 39 παρ.1 του Ν.4308/2014 (ΕΛΠ) και τη σχετική ερμηνευτική εγκύκλιο ΠΟΛ.1003/2014 άρθρο 39 ορίζεται ότι δεν υπόκεινται στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού:
- Τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία, ευκαιριακά και ως παρεπόμενη απασχόληση, πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες, εφόσον οι συναλλαγές αυτές στο σύνολό τους δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως (π.χ. φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι, αντιπρόσωποι πωλητές, μεταφραστές κ.λπ.).
- Δημόσιοι ή ιδιωτικοί υπάλληλοι ή συνταξιούχοι που είναι συγγραφείς ή εισηγητές εκπαιδευτικών προγραμμάτων και σεμιναρίων, εφόσον δεν ασκούν άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, τα οποία ευκαιριακά πωλούν προϊόντα ή παρέχουν υπηρεσίες που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως.
Ως ευκαιριακή παρεπόμενη δραστηριότητα χαρακτηρίζεται η δραστηριότητα που δεν ασκείται κατά σύστημα και αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά όπως η συνέχεια ή μη της άσκησης της δραστηριότητας αυτής, η ύπαρξη ιδιαίτερης επαγγελματικής εγκατάστασης κ.λπ..
Σύμφωνα με τα ΕΛΠ και την ΠΟΛ.1003/2014, το σχετικό παραστατικό (τίτλος κτήσης) θα πρέπει να αναφέρει:
α) Την ημερομηνία έκδοσης
β) Την επωνυμία, τη διεύθυνση και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του αντισυμβαλλόμενου
γ) Την ποσότητα και το είδος των παραδιδόμενων αγαθών ή την έκταση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών
δ) Την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε ή ολοκληρώθηκε η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών
ε) Την αξία μονάδας αγαθού ή υπηρεσίας, κατά περίπτωση, και το συνολικό ποσό της συναλλαγής
στ) Το είδος και το ποσό τυχόν φορολογικών επιβαρύνσεων και χαρτοσήμου
ζ) Το ποσοστό της ασφαλιστικής εισφοράς υπέρ Ε.Φ.Κ.Α.
Σύμφωνα με την ΠΟΛ.1047/2015, με τις διατάξεις της περ.β' παρ.2 άρθρου 12 του ν.4172/2013 ορίζεται, ότι για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες βάσει σύμβασης, προφορικής ή έγγραφης, με την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτημένης εργασίας με άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωμα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών.
Τέτοια παραδείγματα ήταν οι περιπτώσεις απόκτησης εισοδημάτων από περιστασιακά απασχολούμενους όπως φοιτητές, νοικοκυρές, άνεργοι κ.λπ. που συμμετέχουν σε εργασίες όπως έρευνες αγοράς, συγκέντρωση ερωτηματολογίων, συλλογή παλιών αντικειμένων ή σιδήρων και οι οποίοι αποκτούν ευκαιριακά εισόδημα.
Σε όλες τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της περ. β παρ.2 άρθρου 12 του Ν.4172/2013, διενεργείται παρακράτηση σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 60 του Ν.4172/2013. Για την παρακράτηση φόρου σε καθαρές αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές ορίζεται συντελεστής παρακράτησης φόρου 20% στο καταβαλλόμενο ποσό και αποδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.5 άρθρου 60 Ν.4172/2013.
Όσον αφορά στη φορολογία χαρτοσήμου, με βάση την παρ.6 του άρθρ.15ε του Κ.Τ.Χ. σε συνδυασμό με το άρθρ.32 παρ.4α του ίδιου νόμου και την ΠΟΛ.44/1987, οι αμοιβές τρίτων για τις οποίες εκδίδεται τίτλος κτήσης, υπόκειται σε αναλογικό τέλος χαρτοσήμου 3,6%.
Μισθωτοί
Μισθωτός με υφιστάμενη σχέση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να λάβει αμοιβή για κάποια έκτακτη απασχόληση και με την επιφύλαξη των διατάξεων για την εξαρτημένη εργασία, η αμοιβή αυτή θα αντιμετωπιστεί στα πλαίσια του άρθρ.39 παρ. 1 του Ν.4308/2014 ως ευκαιριακή και παρεπόμενη απασχόληση. Για την αμοιβή αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος του μισθωτού θα εκδώσει τίτλο κτήσης όπου θα παρακρατήσει φόρο 20%, χαρτόσημο 3,6% και τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές. Σ’ αυτή την περίπτωση ο μισθωτός θα θεωρήσει την αμοιβή του ως αμοιβή από μισθωτή εργασία.
Ελεύθερος επαγγελματίας
Στη περίπτωση που κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας, με υφιστάμενες συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών με διάφορα πρόσωπα, λάβει αμοιβή για εργασία που εμπίπτει στο πεδίο δραστηριοτήτων του ελεύθερου επαγγελματία τότε δεν μπορεί να εκδοθεί τίτλος κτήσης. Στην περίπτωση που η εργασία αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο δραστηριοτήτων του ελεύθερου επαγγελματία, τότε η εργασία αυτή μπορεί να θεωρηθεί ευκαιριακή και παρεπόμενη και να εκδοθεί τίτλος κτήσης. Σε αυτή την περίπτωση το σύνολο των εισοδημάτων του θα θεωρηθούν ως εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Σε επίπεδο Ετήσιας Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος ισχύει η διάταξη του άρθρου 15 παρ.1. Σύμφωνα με αυτή, το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:

Όταν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων δεν υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ και το τεκμαρτό τους εισόδημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.500 ευρώ και εφόσον δεν ασκείται επιχειρηματική δραστηριότητα για την οποία απαιτείται η υποβολή δήλωσης έναρξης εργασιών ή ατομική αγροτική δραστηριότητα, το εισόδημα αυτό, εξαιρουμένου του εισοδήματος από κεφάλαιο και από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου, και η προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίων, φορολογούνται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και την παράγραφο 1 του άρθρου 16. Εάν το πραγματικό εισόδημα υπερβαίνει το ποσό των 6.000 ευρώ, το υπερβάλλον ποσό φορολογείται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 29. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και για τους φορολογούμενους που διέκοψαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, για το εισόδημα που απέκτησαν μετά τη διακοπή της.
Υπενθυμίζεται ότι με βάση το άρθρο 16 του Ν.4172/2013, για το φορολογικό έτος 2018: «1. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 μειώνεται κατά το ποσό των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ για το φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 11, όταν το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η μείωση του φόρου ανέρχεται σε χίλια εννιακόσια πενήντα (1.950) ευρώ για το φορολογούμενο με ένα (1) εξαρτώμενο τέκνο, σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ για δύο (2) εξαρτώμενα τέκνα και σε δύο χιλιάδες εκατό (2.100) ευρώ για τρία (3) εξαρτώμενα τέκνα και άνω. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των ποσών αυτών, η μείωση του φόρου περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου», ενώ σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου: «2. Για φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, το ποσό της μείωσης μειώνεται κατά δέκα (10) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ του φορολογητέου εισοδήματος από μισθούς και συντάξεις.»
Ασφαλιστικές εισφορές
Σύμφωνα με τις παρ.1 και 2 του άρθρου 55 του Ν.4509/2017, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 του Ν.4578/2018, τα πρόσωπα που αμείβονται με παραστατικά παρεχόμενων υπηρεσιών καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ ΕΦΚΑ για κύρια σύνταξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 του Ν.4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.4578/2018, και για υγειονομική περίθαλψη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 41 παρ.2 του Ν.4387/2016, όπως ισχύει.
Συνεπώς, τα πρόσωπα που αμείβονται με παραστατικά παρεχόμενων υπηρεσιών καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά ύψους 13,33% για την κύρια σύνταξη και 6,95% για υγειονομική περίθαλψη (6,45% για παροχές σε είδος και 0,45% για παροχές σε χρήμα).
Οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί της καθαρής αξίας του παραστατικού, όπως αυτή προκύπτει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου και άλλων επιβαρύνσεων (χαρτόσημο).
Απεικόνιση ασφαλιστικών στοιχείων αμειβομένων με τίτλους κτήσης στην ΑΠΔ.
Οι τίτλοι κτήσης συμπεριλαμβάνονται στις συγκεντρωτικές καταστάσεις με την ένδειξη «Μη υπόχρεος».
Πέτρος Μάντης
Λογιστής - Φοροτεχνικός
Δείτε επίσης
Τίτλοι κτήσης: Από 1/2/2019 οι ασφαλιστικές εισφορές - Δείτε παραδείγματα





