Α) Η κατάργηση του διάχυτου και παρεμπιπτόντως ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων από τα ελληνικά δικαστήρια δεν αποτελεί ούτε αναγκαία ούτε απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδρυση και λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα. Αντίθετα, μια παράλληλη διάχυση της αρμοδιότητας στα δικαστήρια κοινής δικαιοδοσίας και σε ένα συνταγματικό δικαστήριο, δηλαδή σε μεγάλο αριθμό δικαστηρίων και δικαστικών λειτουργών, κατά το Πορτογαλικό σύστημα, μειώνει τον κίνδυνο να ενισχυθεί υπερβολικά ο πολιτικοκοινωνικός ρόλος ενός ολιγομελούς ειδικού δικαστηρίου, το οποίο θα αποκτούσε πολιτική δύναμη βάσει Συντάγματος και θα μεταλλασσόταν σε αυθεντικό ερμηνευτή του.
Β) Και μετά την ίδρυση και λειτουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, ο Έλληνας δικαστής πρέπει να διατηρήσει εις ακέραιο τη δικαιοθετική του αρμοδιότητα ως προς την εφαρμογή του Συντάγματος, να μην εφαρμόζει, δηλαδή, νόμο που θεωρεί αντισυνταγματικό, και μόνο εφόσον έχει ήδη επιληφθεί του ελέγχου της συγκεκριμένης διάταξης η ειδική Συνταγματική Δικαιοσύνη, να αναστείλει τη δίκη, μέχρι την έκδοση απόφασης από το Συνταγματικό Δικαστήριο, και να διατάξει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα. Κατά αυτόν τον τρόπο αποτρέπεται η αμφιβόλου αποτελέσματος πρακτική της «σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας νόμου», η οποία έχει αναπτυχθεί σε αμιγή συγκεντρωτικά συστήματα, όπως είναι το Γερμανικό σύστημα, για να παρακαμφτεί η συνταγματική επιταγή της παραπομπής και αναστολής της δίκης και για να μπορέσει το δικαστήριο ουσίας να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης, παρότι δεν διαθέτει την απαραίτητη εξειδίκευση.
Γ) Η κατά αίτηση παρέμβαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου λειτουργεί κατά αρχάς ως δικλείδα ασφαλείας για την αποτροπή «μιας κυβέρνησης των δικαστών». Επιτρέπεται, δε, κατά το Πορτογαλικό σύστημα, σε περίπτωση που το δικαστήριο ουσίας αρνείται την εφαρμογή ενός κανόνα δικαίου λόγω αντισυνταγματικότητας ή σε περίπτωση που, αν και είχε προβληθεί από τους διαδίκους η αντισυνταγματικότητα ενός κανόνα δικαίου, το δικαστήριο ουσίας τον έχει εφαρμόσει.
Επίσης, στο πλαίσιο ίδρυσης ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα ως «συμπληρωματικής βαθμίδας ελέγχου συνταγματικότητας» θα μπορούσε να ενσωματωθεί επιτυχώς και η κατά αίτηση παρέμβαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μετά από Συνταγματική Προσφυγή του πολίτη, η οποία αποτελεί ένα επιπλέον ένδικο βοήθημα κατά αντισυνταγματικών αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Η Συνταγματική Προσφυγή του πολίτη έχει αναδειχθεί, από το Γερμανικό σύστημα, ως ένας ιδιαιτέρως επιτυχής δικονομικός θεσμός που συμβάλει τα μέγιστα στο σεβασμό και τήρηση του Συντάγματος.
Δ) Το προτεινόμενο μικτό σύστημα συνταγματικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με το οποίο τα δικαστήρια κοινής δικαιοδοσίας διατηρούν το δικαίωμα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων που καλούνται να εφαρμόσουν -και μετά την ίδρυση και λειτουργία ενός συνταγματικού δικαστηρίου ως μιας συμπληρωματικής βαθμίδας ελέγχου συνταγματικότητας- δεν συνάδει, αντίθετα, με την καθιέρωση ενός αφηρημένου προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων που ισχύει κατά το Γαλλικό σύστημα.
Ένας αφηρημένος προληπτικός έλεγχος θα μετέβαλλε το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα «δικαστοφανές» νομοθετικό όργανο ή, άλλως, σε έναν αρνητικό νομοθέτη, αφού θα μπορούσε να παρεμβαίνει ανά πάσα στιγμή στο νομοθετικό έργο εμποδίζοντας την εξέλιξή του. Με άλλα λόγια, το Συνταγματικό Δικαστήριο θα εκκαλείτο να επιλύσει κατ’ επίφαση μόνο συνταγματικές διαφορές, οι οποίες στην ουσία θα ήταν πολιτικές διαμάχες, αφού δεν θα είχαν προλάβει να αναδειχθούν και να οριοθετηθούν τα επίμαχα συνταγματικά ζητήματα. Η ερμηνεία του Συντάγματος θα αποτελούσε το πρόσχημα για μια πολιτική αντιπαράθεση, την οποία μόνο ο κοινός νομοθέτης, με ευρείες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, μπορεί να διευθετήσει. Επισημαίνεται ότι ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στην τήρηση του Συντάγματος και να αποφεύγει κάθε άλλου είδους πολιτικοκοινωνικές εκτιμήσεις ή ελέγχους σκοπιμότητας.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





