Α) Στην Ελλάδα το θεσμικό πλαίσιο των αδειών -οι οποίες χορηγούνται στον εργαζόμενο για να του δοθεί ελεύθερος χρόνος ώστε να τύχει αναψυχής και ανάπαυσης από το άχθος της παρεχόμενης εργασίας- τίθεται με τον Α.Ν. 539/1945, όπως αυτός τροποποιήθηκε από διάφορους νόμους1 και από Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Με τη χορήγηση της (ετήσιας) άδειας στον εργαζόμενο επιδιώκεται η «αναπλήρωση των αναλωθεισών στην εργασία του σωματικών ή πνευματικών του δυνάμεων2» η εν λόγω άδεια χορηγείται, δε, βάσει του συμπληρωθέντος χρόνου εργασίας στον ίδιο εργοδότη, και σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 3302/2004 το δικαίωμα του εργαζόμενου (και η αντίστοιχη αξίωσή του) για άδεια γεννάται από τον πρώτο μήνα εργασίας του (στον ίδιο εργοδότη). Για κάθε μήνα εργασίας (από την πρόληψη ή τη λήψη της τελευταίας άδειας), σε γενικές γραμμές, ο εργαζόμενος δικαιούται άδεια δυο εργάσιμων ημερών3, ενώ στον υπολογισμό της ετήσιας άδειας αφαιρούνται (μόνο) οι εργάσιμες ημέρες κατά τις οποίες ο εργαζόμενος απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του4.
Β) Μετά από δέκα χρόνια εργασίας στον ίδιο εργοδότη (ή μετά από δώδεκα χρόνια συνολικής εργασίας) κάθε εργαζόμενος εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας δικαιούται τριάντα ημέρες ετήσιας άδειας και κάθε εργαζόμενος πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας είκοσι πέντε ημέρες5. Αυτή η αξίωση για ετήσια άδεια μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση (αποζημίωση) σε περίπτωση που ο εργοδότης, έως το τέλος του ημερολογιακού έτους (31η Δεκεμβρίου), δεν έχει χορηγήσει, από υπαιτιότητά του, στον εργαζόμενό του την άδεια που δικαιούται και έχει ζητήσει τότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει διπλάσιες (προσαυξημένες κατά 100%) τις αποδοχές άδειας του εργαζόμενου6. Επίσης αποζημίωση άδειας (και επιδόματος άδειας) δικαιούται ο εργαζόμενος του οποίου η σύμβαση εργασίας λύεται (εντός του ημερολογιακού έτους) χωρίς να έχει κάνει χρήση (τμηματικά ή συνολικά) του δικαιώματος λήψης της ετήσιας άδειάς του7. Οποιαδήποτε συμφωνία (με τον εργοδότη) για παραίτηση του εργαζόμενου από την άδειά του ή για κατά οιονδήποτε τρόπο εξαργύρωσή της (με χρηματικό ή άλλο αντάλλαγμα) απαγορεύεται8 'ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ και με το άρθρο 180ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έχει γίνει9. Εξίσου άκυρη είναι και οποιαδήποτε συμφωνία (με τον εργαζόμενο) για μεταφορά της άδειάς του στο επόμενο ή σε άλλο ημερολογιακό έτος10. Επιπρόσθετα το αναπαλλοτρίωτο της ετήσιας άδειας μετά αποδοχών κατοχυρώνεται με την απαγόρευση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και με την απαγόρευση ανάληψης οποιασδήποτε υποχρέωσης εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου κατά τη διάρκεια της άδειας11.
Γ) Αποσκοπώντας στην αναψυχή του εργαζόμενου ο θεσμός της ετήσιας άδειας αυτοαναιρείται σε περίπτωση που φέρνει τον εργαζόμενο σε χειρότερη (από τη συνήθη) οικονομική του κατάσταση. Έτσι για το χρονικό διάστημα (της ετήσιας άδειάς του) που ο εργαζόμενος δεν θα εργάζεται πρέπει, σύμφωνα με το νόμο12, να λαμβάνει τις συνήθεις αποδοχές του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και κάθε είδους πρόσθετες/συμπληρωματικές αποδοχές που του παρέχονται τακτικά κατά σταθερό και νόμιμο τρόπο, όπως οι προσαυξήσεις για την κυριακάτικη εργασία, για την υπερωριακή εργασία κλπ. Επιπλέον για να επιτευχθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου, ο εργοδότης υποχρεούται, μαζί με τις αποδοχές αδείας του, να του καταβάλει και ένα πρόσθετο ποσό, το λεγόμενο επίδομα αδείας, το οποίο σε γενικές γραμμές ανέρχεται στις αποδοχές των δεκαπέντε ημερών για όσους αμείβονται μηνιαία και τις αποδοχές των δεκατριών ημερών για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο ή με άλλο τρόπο αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας προκαταβάλλονται στον εργαζόμενο κατά την έναρξη της άδειάς του13.
Δ) Σύμφωνα με το άρθρο 648 ΑΚ και την εκάστοτε σύμβαση εργασίας, ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει (και αξιώνει) το μισθό του (αποδοχές) εφόσον παρέχει (πραγματική) εργασία στον εργοδότη του. Ως εκ τούτου, εφόσον υπάρχει (νέα) συμφωνία μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη (σύμβαση), με την οποία (τροποποιείται και) αναστέλλεται -σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ- η ισχύς της εκάστοτε σύμβασης εργασίας, τόσο ο εργαζόμενος όσο και ο εργοδότης, για το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα14, απαλλάσσονται των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή ο μεν πρώτος να παρέχει την εργασία του και ο δε δεύτερος να του καταβάλει το μισθό. Με άλλα λόγια, μετά από συμφωνία15, ο εργαζόμενος δικαιούται να λαμβάνει άδεια άνευ αποδοχών αντίστοιχα, βάσει της αρχής της καλής πίστης, ο εργοδότης οφείλει να συνεκτιμήσει τις οικογενειακές και κοινωνικές ανάγκες και υποχρεώσεις του εργαζόμενου και να του χορηγήσει την αιτούμενη άδεια άνευ αποδοχών16. Μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, βάσει του άρθρου 200 ΑΚ και του άρθρου 288 ΑΚ, ο εργαζόμενος οφείλει να παρέχει και πάλι την εργασία του στον εργοδότη και εκείνος να την αποδεχτεί17.
Ε) Δεδομένου ότι η σύμβαση εργασίας κατά το συμφωνηθέντα χρόνο της άδειας άνευ αποδοχών δεν έχει λυθεί, απλώς έχει ανασταλεί, θεωρούνται δικαιολογημένες οι ημέρες απουσίας του εργαζόμενου από την εργασία του και υπολογίζονται (πλασματικά) στη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ελάχιστου χρόνου εργασίας για τη χορήγηση της ετήσιας άδειας18. Επίσης οι ημέρες απουσίας κατά τη διάρκεια της άδειας άνευ αποδοχών δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες της ετήσιας άδειας που ο εργαζόμενος, επιστρέφοντας στην εργασία του, δικαιούται να λάβει. Εύλογα τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ο εργαζόμενος, μετά από άδεια άνευ αποδοχών, δικαιούται (και) ετήσια άδεια μετά αποδοχών. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους δέχεται ότι «η χορήγησή της δεν αποστερεί τον εργαζόμενο από το δικαίωμα να ζητήσει (βάσει του ΑΝ 539/45), την ετήσια με αποδοχές άδεια του, προκειμένου σύμφωνα με το σκοπό του νόμου, να παρασχεθεί σ’ αυτόν η δυνατότητα να αναπαυθεί με αυξημένα οικονομικά μέσα προς αναπλήρωση των αναλωθεισών στην εργασία του σωματικών ή πνευματικών του δυνάμεων19». Αντίθετα ο Άρειος Πάγος20 (και άλλα πρωτοβάθμια δικαστήρια21) έχουν αποφανθεί ότι «αυτός που επανέρχεται από την άδεια άνευ αποδοχών, δεν δικαιούται και κανονικής άδειας κατά τον Α.Ν.539/45, καθόσον με την χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών έχει εκπληρωθεί ο σκοπός του παραπάνω Νόμου». Βέβαια, μετά από (πιο πρόσφατες) σχετικές εγκυκλίους του Υπουργείου Εργασίας, η πλάστιγγα κλείνει υπέρ της χορήγησης της ετήσιας άδειας μετά αποδοχών (και του επιδόματος αδείας) σε εργαζόμενο που προηγουμένως έχει λάβει άδεια άνευ αποδοχών και η οποία έχει λήξει. Εντούτοις και στις εγκυκλίους του Υπουργείου Εργασίας γίνεται ρητή αναφορά σε απολύτως δικαιολογημένη απουσία του εργαζόμενου, όπως είναι η άδεια άνευ αποδοχών για μετεκπαίδευση κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος είναι δυνατό να έχει αναλώσει περισσότερες πνευματικές ή σωματικές δυνάμεις, έτσι ώστε -τελειώνοντας με αυτή ο εργαζόμενος - να χρειάζεται ανάπαυση και αναψυχή για να είναι σε θέση, επανερχόμενος στην πραγματική του εργασία, να αποδώσει. Σε κάθε περίπτωση, βασική προϋπόθεση της νόμιμης χορήγησης της ετήσιας άδειας μετά αποδοχών, μετά από προηγούμενη άδεια άνευ αποδοχών, είναι η επιστροφή του εργαζόμενου στην εργασία του και η παροχή της στον εργοδότη για εύλογο χρονικό διάστημα. Ως εκ τούτου πρόκειται για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος που σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ απαγορεύεται, όταν ο εργαζόμενος ζητά ετήσια άδεια μετά αποδοχών (και επιδόματος αδείας), χωρίς να έχει επιστρέψει (πραγματικά) στην εργασία του, ενώ έχει ανανεωθεί και ισχύει η άδεια άνευ αποδοχών που έχει λάβει ή ενώ έχει υποβάλει την παραίτησή του σε μεταγενέστερο (ίσο με το χρόνο της ετήσιας άδειάς του) χρόνο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια μετά αποδοχών, ούτε βέβαια το επίδομα αποδοχών.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Βλ. ενδεικτικά Ν.2855/1966, Ν.4504/1966, Ν.549/1977, Ν. 1346/1983, Ν. 2336/1995, Ν. 3227/2004, Ν. 3302/2004, Ν. 3762/2009, Ν. 4254/2014 και Ν.Δ. 3755/1957, Ν.Δ. 4020/1959.
(2) Βλ. Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 557/63.
(3) Και οι εργαζόμενοι με μειωμένο ημερήσιο ωράριο (μερικής απασχόλησης) δικαιούνται άδεια από την εργασία τους, βλ. άρθρο 2 παράγραφος 10 του Ν. 3846/2010 (άρθρο 38 του Ν. 1892/1990)..
(4) Αντίστοιχα δεν συμψηφίζονται με τις ημέρες άδειας τυχόν δικαιολογημένες ημέρες απουσίας του εργαζόμενου από την εργασία του, καθώς αυτές υπολογίζονται (πλασματικά) στη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ελάχιστου χρόνου εργασίας για τη χορήγηση της ετήσιας άδειας.
(5) Μετά από εικοσιπέντε χρόνια εργασίας κάθε εργαζόμενος δικαιούται μια επιπλέον ημέρα άδειας.
(6) Πρβλ. άρθρο 5 παράγραφος 1 του Α.Ν. 539/1945. Να σημειωθεί ότι σε αυτή την περίπτωση δεν προσαυξάνεται το επίδομα αδείας, βλ. παρακάτω.
(7) Σε περίπτωση τμηματικής λήψης της άδειας θα του αφαιρεθούν (ποσοστιαία) οι ημέρες άδειας που ο εργαζόμενος έχει λάβει.
(8) Βλ. άρθρο 5 παράγραφος 1 του Α.Ν. 539/1945.
(9) Με το ίδιο σκεπτικό μόνο κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται (μετά από έγγραφη αίτηση του εργαζόμενου και για ικανοποίηση προσωπικών αναγκών του) η κατάτμηση της ετήσιας άδειάς του σε περισσότερες από δυο περιόδους, βλ. άρθρο 6 του Ν. 3846/2010 (άρθρο 8 του Νόμου 549/1977).
(10) Η ετήσια άδεια χορηγείται και εξαντλείται από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους.
(11) Βλ. άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 6 του Α.Ν. 539/1945.
(12) Βλ. άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945.
(13) Βλ. άρθρο 3 παράγραφος 8 του Α.Ν. 539/1945.
(14) Δεν υπάρχει νομοθετικός περιορισμός/προσδιορισμός του χρόνου της άδειας άνευ αποδοχών.
(15) Μονομερής χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών ισοδυναμεί με άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών του μισθωτού με αποτέλεσμα την υπερημερία του εργοδότη, πρβλ. Α.Π. 751/1987.
(16) Η χορήγηση άδειας άνευ αποδοχών δεν υπόκειται σε άλλες διατυπώσεις• απλώς καταχωρείται από τον εργοδότη στην οικεία κατάσταση προσωπικού και τίθεται στη διάθεση των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
(17) Σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζονται οι ισχύουσες διατάξεις περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.
(18) Βλ. άρθρο 2 παράγραφος 6 του Α.Ν. 539/1945. Επίσης ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών θεωρείται χρόνος εργασίας και συνυπολογίζεται στον προσδιορισμό των επιδομάτων των τριετιών και των πολυετιών, καθώς και της αποζημίωσης λόγω απόλυσης, αλλά δεν λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα.
(19) Βλ. Γνωμοδότηση Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 557/63.
(20) Άρειος Πάγος 161/1967.
(21) Πρωτοδικείο Αθηνών 6298/1964, Πρωτοδικείο Τρικάλων 77/1967.





