Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του Συντάγματος του 1974, δεν είχε μόνο την αρμοδιότητα έκδοσης και δημοσίευσης των ψηφισθέντων από τη Βουλή νόμων, αλλά και την αρμοδιότητα κύρωσής τους. Ιδίως με την αρμοδιότητα κύρωσης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ασκούσε νομοθετική εξουσία και συμμετείχε ενεργά στη νομοθετική διαδικασία. Μπορούσε να ελέγχει τόσο την τυπική όσο και την ουσιαστική συνταγματικότητα των ψηφισθέντων από τη Βουλή νόμων, αλλά και τη σκοπιμότητά τους. Κυρώνοντας ένα νόμο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδινε ουσιαστικά τη συγκατάθεσή του ως προς το περιεχόμενό του συμπράττοντας νομοθετικά.
Μετά την αναθεώρηση του 1986 και την κατάργηση της κύρωσης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχοντας την αρμοδιότητα έκδοσης αφενός πιστοποιεί τη γνησιότητα του νόμου, δηλαδή την ταυτότητα του υπό έκδοση κειμένου με εκείνο που ψηφίστηκε από τη Βουλή, αφετέρου ελέγχει την τήρηση της προβλεπόμενης από το Σύνταγμα νομοθετικής διαδικασίας. Με άλλα λόγια, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ελέγχει και πιστοποιεί την (εσωτερική) τυπική συνταγματικότητα του ψηφισθέντος νόμου και υπογράφει (με προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού) την εντολή δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Έπειτα ο νόμος ισχύει (ως τυπικός) και δεσμεύει πάντες.
Η έκδοση και δημοσίευση νόμου, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παράγραφος 1 εδάφιο 1 και 26 παράγραφος 1 του Συντάγματος, είναι κατ’ ουσίαν διοικητικές αρμοδιότητες της νομοθετικής λειτουργίας που ασκούνται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Εκτός αυτού, μέσα σε ένα μήνα από την ψήφιση νόμου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να τον αναπέμψει στη Βουλή (χωρίς προσυπογραφή του αρμόδιου Υπουργού), ασκώντας το λειτουργικό του δικαίωμα της αρνησικυρίας, και να καθυστερήσει (απλώς) την έναρξη ισχύος του ή να ματαιώσει την ψήφισή του εάν ο νόμος δεν επιψηφισθεί και πάλι (από την Ολομέλεια της Βουλής) με την (ειδική) απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών, δηλαδή με (τουλάχιστον) 151 θετικές ψήφους, σύμφωνα με τα άρθρα 42 παράγραφος 2 και 76 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ενώ αρχικά μπορεί να είχε συγκεντρώσει (μόλις) 75 θετικές ψήφους σύμφωνα με το άρθρο 67 του Συντάγματος.
Συνεπώς, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, η σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας στη νομοθετική λειτουργία περιορίζεται στη διαδικασία έκδοσης και δημοσίευσης των ψηφισθέντων από τη Βουλή νόμων χωρίς να έχει (άλλο) κανονιστικό περιεχόμενο. Ούτως ή άλλως οι λόγοι για τους οποίους ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναπέμπει νόμο (και σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 1 του Κανονισμού της Βουλής υποβάλει εγγράφως στον Πρόεδρο της Βουλής) ποσώς επηρεάζουν την απόφαση μιας συμπαγούς κυβερνητικής πλειοψηφίας της Βουλής. Ακόμα και αν ματαιωθεί νόμος μετά την αναπομπή του, μπορεί να κατατεθεί εκ νέου στη Βουλή προς ψήφιση και έπειτα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για έκδοση και δημοσίευση εωσότου καμφθεί η αρνησικυρία του αρχηγού του κράτους.
Γεράσιμος Θεοδόσης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης





