Το άρθρο 12 της 95 Διεθνούς Σύμβασης περί προστασίας του ημερομισθίου (κυρώθηκε με τον Ν.3248/1955) ορίζει ότι το ημερομίσθιο καταβάλλεται κατά τακτά χρονικά διαστήματα, εκτός αν υφίστανται άλλες ικανοποιητικές συμφωνίες που εξασφαλίζουν την καταβολή του ημερομισθίου κατά τακτά χρονικά διαστήματα.
Τα διαστήματα κατά τα οποία πρέπει να γίνεται η καταβολή του ημερομισθίου, καθορίζονται από την νομοθεσία ή τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε ή ΔΑ.
Σύμφωνα με το άρθρο 655 Α.Κ προβλέπεται ότι ο χρόνος καταβολής του μισθού στον εργαζόμενο, είναι διαζευκτικά και διαδοχικά
1. Ο συμφωνημένος χρόνος μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου.
2. Ο χρόνος που έχει ορισθεί με συναλλακτική ή με επιχειρησιακή συνήθεια.
3. Εφόσον πρόκειται για χρονικό μισθό , η ημέρα λήξεως εκάστου εκ των χρονικών διαστημάτων, βάσει των οποίων αυτός υπολογίζεται ή αν πρόκειται για μισθό παραγωγής , η ημέρα που συντελείται το αποτέλεσμα της εργασίας που έχει συμφωνηθεί.
4. Η ημέρα λήξης της σχέσης εργασίας.
Οι παραπάνω περιπτώσεις ρυθμίζουν το χρόνο καταβολής του μισθού γενικότερα, δηλαδή κάθε μισθολογικής παροχής, και όχι μόνο του μισθού-ημερομισθίου με τη στενή έννοια.
Το Π.Δ 156/1994 το οποίο προβλέπει την υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους όρους που διέπουν τη σύμβαση ή την σχέση εργασίας, ορίζει ότι η πληροφόρηση του εργαζόμενου θα πρέπει να περιλαμβάνει και τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος καθώς και την περιοδικότητα της καταβολής τους(άρθρο 2,παρ.2 περ.ζ.).
Η ενημέρωση γίνεται με παράδοση στον εργαζόμενο γραπτής σύμβασης εργασίας ή άλλου εγγράφου με την προϋπόθεση ότι αυτό θα περιλαμβάνει το ανωτέρω στοιχείο (άρθρο 3).
Να σημειώσουμε ότι όταν η καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών στον εργαζόμενο, γίνεται περιοδικά κατά συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σταθερά και μακροχρόνια ,τότε αυτό το χρονικό διάστημα (π.χ τέλος του εργάσιμου μήνα) θεωρείται ότι αποτελεί τη δήλη ημέρα καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών (μισθού-ημερομισθίων), διότι αποτελεί σιωπηρό όρο της σύμβασης εργασίας, στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (361 Α.Κ),έστω και αν δεν αποτελεί έγγραφο όρο της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Η ημερομηνία που πρέπει να καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές στον εργαζόμενο, αποτελεί τον βασικό προσδιοριστικό παράγοντα ,προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η παράβαση της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ.1 του Ν.2336/1995.
Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη κάθε εργοδότης ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από την σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3198/1955 (διαθεσιμότητα μισθωτών), τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως με ποινικές κυρώσεις.
Η νομολογία των Δικαστηρίων έχει κρίνει ότι η παράβαση τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παραλείψεως το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες αποδοχές μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη σύμβαση, νόμο, έθιμο κ.λ.π (Α.Π 1488/2010, Α.Π 1817/2008 κ.α).
Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου Ι του άρθρου μόνου του Α.Ν 690/1945 ( όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν.2336/1995) ορίζει ότι η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του Κ.Π.Δ.
Το παραπάνω επισημαίνεται , διότι τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η εσφαλμένη εντύπωση σε εργοδότες και εργαζόμενους, ότι μόνο η μη καταβολή των δώρων εορτών (Πάσχα –Χριστουγέννων) συνεπάγεται την αυτόφωρη διαδικασία.
Τέλος για την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών, η υπηρεσία του ΣΕΠΕ επιβάλλει και διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν.3996/2011 όπως ισχύει (χαρακτηρισμός της παράβασης ως πολύ υψηλής σοβαρότητας – Υπ. Απόφ. 2063/Δ1632/2011 Υπ. Εργασίας Κοινων. Ασφάλισης και Πρόνοιας).
ΑΘΗΝΑ 12-05-2014
ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ





