Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα στις συνεκδικαζόμενες υποθέσειςC-258/23 | Imagens Médicas Integradas, C-259/23 | Synlabhealth II καιC-260/23 | SIBS - SociedadeGestorade Participações Sociais κ.λπ
Στο πλαίσιο έρευνας για τη διαπίστωση παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού, η πορτογαλική αρχή ανταγωνισμού προέβη σε κατάσχεση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους οι υπάλληλοι των εταιριών τις οποίες αφορούσε η εν λόγω έρευνα. Οι εταιρίες αυτές αντιτάχθηκαν ισχυριζόμενες ότι υπέστησαν προσβολή του δικαιώματός τους για προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών τους καθώς και ότι εναπόκειται στον ανακριτή, και όχι στον εισαγγελέα, να παράσχει άδεια για μια τέτοια κατάσχεση.
Το πορτογαλικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί των σχετικών υποθέσεων ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η άδεια που παρέσχε η εισαγγελική αρχή ήταν επαρκής ή αν το γεγονός ότι τα κατασχεθέντα έγγραφα προέρχονταν από επικοινωνία περιλαμβανόμενη σε επαγγελματικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των υπαλλήλων επιτρέπει τον χαρακτηρισμό των εγγράφων αυτών ως «αλληλογραφίας», της οποίας το απαραβίαστο συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα που τυγχάνει αυξημένης προστασίας με συνέπεια να απαιτείται παρέμβαση του ανακριτή.
Με τις πρώτες προτάσεις της στις 20 Ιουνίου 2024, η γενική εισαγγελέας Laila Medina πρότεινε στο Δικαστήριο να απαντήσει στο πορτογαλικό δικαστήριο ότι το θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής 1 δεν αντιτίθεται στην κατάσχεση μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από εθνική αρχή ανταγωνισμού χωρίς προηγούμενη δικαστική άδεια. Κατόπιν της έκδοσης της αποφάσεως Bezirkshauptmannschaft Landeck 2, οι υποθέσεις παραπέμφθηκαν στο τμήμα μείζονος συνθέσεως του Δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να αποκτούν πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε κινητό τηλέφωνο προς τους σκοπούς διενέργειας ποινικής έρευνας. Εντούτοις, η χρήση της ευχέρειας αυτής υπόκειται, μεταξύ άλλων, σε προηγούμενο έλεγχο εκ μέρους δικαστή ή ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, εκτός εάν πρόκειται για δεόντως αιτιολογημένη περίπτωση επείγοντος.
Με τις σημερινές προτάσεις της, οι οποίες ζητήθηκαν από το Δικαστήριο συμπληρωματικώς, η γενική εισαγγελέας Laila Medina εκτιμά ότι τα διδάγματα που απορρέουν από την απόφαση Bezirkshauptmannschaft Landeck δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στις υπό κρίση υποθέσεις, διότι οι καταστάσεις δεν είναι ανάλογες. Συγκεκριμένα, οι κατασχέσεις από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού στοχεύουν να εξακριβώσουν την ύπαρξη αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών εντός της εσωτερικής αγοράς και επιδιώκουν την ανεύρεση εμπορικών πληροφοριών σχετικά με νομικά πρόσωπα και όχι με φυσικά πρόσωπα τα οποία θίγονται, κατ’ αρχήν, μόνον κατά τρόπο παρεπόμενο από τις κατασχέσεις. Επιπλέον, εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει με την πρόσβαση σε ένα κινητό τηλέφωνο, η πρόσβαση στα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μιας επιχείρησης δεν ισοδυναμεί με πλήρη και ανεξέλεγκτη πρόσβαση στο σύνολο των δεδομένων που είναι αποθηκευμένα σε μια τοποθεσία και που μπορούν να παράσχουν λεπτομερή και αναλυτική εικόνα της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου των δεδομένων.
Όσον αφορά την επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα 3 την οποία συνεπάγονται οι επίμαχες έρευνες, η γενική εισαγγελέας Laila Medina φρονεί ότι η αρχή της αναλογικότητας τηρείται εφόσον διασφαλίζεται η τήρηση ορισμένων διαδικαστικών εγγυήσεων. Οι εγγυήσεις αυτές τίθενται επιπλέον των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού βάσει του γενικού κανονισμού για την προστασία των δεδομένων 4, καθώς και επιπλέον του μεταγενέστερου δικαστικού ελέγχου τόσο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έρευνας όσο και μετά το πέρας της. Προηγούμενη δικαστική άδεια απαιτείται, κατά κανόνα, στις περιπτώσεις κατασχέσεων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που πραγματοποιούνται εντός της ιδιωτικής κατοικίας ενός προσώπου ή προς στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης φυσικού προσώπου.
Η γενική εισαγγελέας επισημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης 5 επιτρέπει εντούτοις στα κράτη μέλη, εφόσον το επιθυμούν, να προβλέπουν μηχανισμό χορήγησης προηγούμενης άδειας από δικαστική αρχή, περιλαμβανομένης της εισαγγελικής αρχής, προς τον σκοπό της διενέργειας ελέγχων από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.
1 Άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2 Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Bezirkshauptmannschaft Landeck (Απόπειρα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα αποθηκευμένα σε Διεύθυνση Επικοινωνίας Υπηρεσία Τύπου και Πληροφόρησης curia.europa.eu κινητό τηλέφωνο), C-548/21 (βλ. ανακοινωθέν Τύπου αριθ. 171/24).
3 Άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
4 Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.
5 Οδηγία (ΕΕ) 2019/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, για την παροχή αρμοδιοτήτων στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ώστε να επιβάλλουν αποτελεσματικότερα τους κανόνες και για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς.
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Έργο του γενικού εισαγγελέα είναι να προτείνει στο Δικαστήριο, με πλήρη ανεξαρτησία, νομική λύση για την υπόθεση που του έχει ανατεθεί. Η υπόθεση τελεί υπό διάσκεψη στο Δικαστήριο. Η απόφαση θα εκδοθεί μεταγενέστερα.
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Με την προδικαστική παραπομπή τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει κάθε άλλο εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα .
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
To πλήρες κείμενο των προτάσεων δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα CURIA κατά την ημερομηνία αναπτύξεώς τους.





