Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-21/23 | Lindenapotheke
Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο καλείται να επιλύσει διαφορά μεταξύ δύο ανταγωνιστών φαρμακοποιών, ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει τον κανονισμό για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ΓΚΠΔ). Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο ΓΚΠΔ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στους ανταγωνιστές του φερόμενου παραβάτη των διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να κινηθούν δικαστικώς κατά της παράβασης προβάλλοντας ότι τούτη συνιστά απαγορευόμενη αθέμιτη εμπορική πρακτική. Μια τέτοια δυνατότητα ένδικης προσφυγής των ανταγωνιστών προστίθεται στις εξουσίες παρέμβασης των εποπτικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της εφαρμογής του ΓΚΠΔ, καθώς και στις δυνατότητες άσκησης μέσων έννομης προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων, που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.
Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι συνιστούν δεδομένα που αφορούν την υγεία κατά την έννοια του ΓΚΠΔ οι πληροφορίες που εισάγουν οι πελάτες κατά την διαδικτυακή παραγγελία φαρμάκων διατιθέμενων αποκλειστικώς από φαρμακεία, ακόμη και όταν για την πώληση των φαρμάκων αυτών δεν απαιτείται ιατρική συνταγή. Κατά συνέπεια, ο πωλητής οφείλει να ενημερώνει τους πελάτες κατά τρόπο ακριβή, πλήρη και εύληπτο σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τους συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκει η επεξεργασία των δεδομένων αυτών και να ζητεί τη ρητή συγκατάθεσή τους όσον αφορά την εν λόγω επεξεργασία.
Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να επιλύσει διαφορά που ανέκυψε μεταξύ δύο Γερμανών φαρμακοποιών. Ο έχων άδεια λειτουργίας του φαρμακείου «Lindenapotheke» εμπορεύεται μέσω της Amazon, από το 2017, φάρμακα τα οποία διατίθενται αποκλειστικώς από φαρμακεία. Οι πελάτες οφείλουν να εισάγουν διάφορες πληροφορίες κατά τη διαδικτυακή παραγγελία των εν λόγω φαρμάκων.
Στηριζόμενος στη γερμανική νομοθεσία σχετικά με τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ένας ανταγωνιστής φαρμακοποιός προσέφυγε στη γερμανική δικαιοσύνη ζητώντας να διαταχθεί ο έχων την άδεια του φαρμακείου Lindenapotheke να παύσει την ως άνω δραστηριότητα καθόσον δεν διασφαλίζεται ότι οι πελάτες μπορούν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους πριν από την επεξεργασία των δεδομένων που αφορούν την υγεία. Τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια έκριναν ότι ο συγκεκριμένος τρόπος εμπορίας αποτελούσε στην πραγματικότητα αθέμιτη και παράνομη πρακτική, δεδομένου ότι ερχόταν σε αντίθεση προς τον κανονισμό για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (ΓΚΠΔ)i. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι, ελλείψει ρητής συγκατάθεσης των πελατών που προέβαιναν στην αγορά των φαρμάκων, η πώληση συνεπαγόταν απαγορευόμενη από τον ΚΓΠΔ επεξεργασία δεδομένων που αφορούν την υγεία.
Το γερμανικό Ομοσπονδιακό Ανώτατο Δικαστήριο διερωτάται αν η εθνική νομοθεσία, η οποία επιτρέπει σε ανταγωνιστή να κινηθεί δικαστικώς κατά του φερόμενου παραβάτη των διατάξεων του ΓΚΠΔ επί τη βάσει της απαγόρευσης των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό αυτό. Συγκεκριμένα, κατά τον ΓΚΠΔ, απόκειται κατ’ αρχήν στις εθνικές εποπτικές αρχές να παρακολουθούν και να διασφαλίζουν την εφαρμογή του κανονισμού και στα υποκείμενα των δεδομένων (στην προκειμένη περίπτωση, στους πελάτες) να προασπίζουν τα δικαιώματά τους. Το γερμανικό δικαστήριο ζητεί επίσης να διευκρινιστεί αν οι πληροφορίες που εισάγονται στο πλαίσιο των διαδικτυακών πωλήσεων φαρμάκων τα οποία διατίθενται αποκλειστικώς από φαρμακεία συνιστούν δεδομένα που αφορούν την υγεία κατά την έννοια του ΓΚΠΔ, ακόμη και στην περίπτωση που για τα φάρμακα αυτά δεν απαιτείται ιατρική συνταγή. Το εθνικό δικαστήριο απευθύνθηκε, ως εκ τούτου, στο Δικαστήριο.
Το Δικαστήριο απαντά, πρώτον, ότι ο ΓΚΠΔ δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία, πέραν των δικαιωμάτων και εξουσιών που απονέμει ο ΓΚΠΔ στις εθνικές εποπτικές αρχές, στα υποκείμενα των δεδομένων και στις ενώσεις που εκπροσωπούν τα υποκείμενα δεδομένων, επιτρέπει στους ανταγωνιστές του φερόμενου παραβάτη των διατάξεων περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να κινηθούν δικαστικώς κατ’ αυτού, λόγω παράβασης των διατάξεων του κανονισμού, επί τη βάσει της απαγόρευσης των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών. Τουναντίον, τούτο συμβάλλει αδιαμφισβήτητα στην ενίσχυση των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων και στην εγγύηση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας τους.
Εξάλλου, τούτο μπορεί να αποδειχθεί ιδιαιτέρως αποτελεσματικό, στον βαθμό που θα μπορούσε, με τον τρόπο αυτό, να αποτραπεί μεγάλος αριθμός παραβάσεων των διατάξεων του ΓΚΠΔ.
Δεύτερον, το Δικαστήριο κρίνει ότι συνιστούν δεδομένα που αφορούν την υγεία κατά την έννοια του ΓΚΠΔ οι πληροφορίες που εισάγουν οι πελάτες (όπως το όνομά τους, η διεύθυνση παράδοσης και τα αναγκαία στοιχεία για την εξατομίκευση των φαρμάκων) κατά τη διαδικτυακή παραγγελία φαρμάκων τα οποία διατίθενται αποκλειστικώς από φαρμακεία, ακόμη και όταν για την πώλησή τους δεν απαιτείται ιατρική συνταγή.
Πράγματι, τα δεδομένα αυτά είναι ικανά να αποκαλύψουν, μέσω μιας νοητικής διεργασίας συσχετισμού ή επαγωγής, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της υγείας ενός ταυτοποιημένου ή ταυτοποιήσιμου φυσικού προσώπου, διότι δημιουργείται σύνδεσμος μεταξύ του προσώπου αυτού και ενός φαρμάκου, των θεραπευτικών ενδείξεων ή των χρήσεών του, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες αυτές αφορούν τον πελάτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου γίνεται η παραγγελία. Ως εκ τούτου, είναι αδιάφορο το ότι, ελλείψει ιατρικής συνταγής, υπάρχει μόνον ορισμένος βαθμός πιθανότητας, και όχι απόλυτη βεβαιότητα, ότι τα φάρμακα αυτά προορίζονται για τους πελάτες που τα παρήγγειλαν. Η διάκριση αναλόγως του είδους των φαρμάκων και του αν για την πώλησή τους απαιτείται ή όχι ιατρική συνταγή είναι αντίθετη προς τον σκοπό του υψηλού επιπέδου προστασίας που επιδιώκει ο ΓΚΠΔ. Κατά συνέπεια, ο πωλητής οφείλει να ενημερώνει τους πελάτες κατά τρόπο ακριβή, πλήρη και εύληπτο σχετικά με τα χαρακτηριστικά και τους συγκεκριμένους σκοπούς που επιδιώκει η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων και να ζητεί τη ρητή συγκατάθεσή τους για την επεξεργασία αυτή.
i Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, ομοίως, άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόμοιο ζήτημα.
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
To πλήρες κείμενο και, εφόσον υπάρχει, η σύνοψη της αποφάσεως είναι διαθέσιμα στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της.





