Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-122/21 | Get Fresh Cosmetics
Το συμφέρον της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να υπερισχύσει του δικαιώματος εμπορίας ορισμένων καλλυντικών προϊόντων
Η Get Fresh Cosmetics Limited εμπορεύεται στη Λιθουανία ορισμένα καλλυντικά προϊόντα μέσω ιστοτόπου. Οι λιθουανικές αρχές προέβησαν σε έλεγχο και έκριναν ότι κάποια από τα προϊόντα αυτά, συγκεκριμένα βόμβες μπανιέρας διαφόρων ειδών, είχαν τη μορφή τροφίμων, ενείχαν για τους καταναλωτές και ιδίως για τα παιδιά κίνδυνο δηλητηρίασης και έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια των καταναλωτών. Διέταξαν δε την Get Fresh Cosmetics να τα αποσύρει από την αγορά.
Αποφαινόμενο σε τελευταίο βαθμό επί της σχετικής διαφοράς μεταξύ της Get Fresh Cosmetics και των λιθουανικών αρχών, το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Λιθουανίας ζητεί από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 87/357 1 προκειμένου να κρίνει αν πρέπει να αποδειχθεί βάσει αντικειμενικών και τεκμηριωμένων στοιχείων ότι το να βάλει κανείς στο στόμα προϊόντα τα οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι τρόφιμα, έχουν τη μορφή τροφίμων συνεπάγεται ενδεχομένως κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία ή ασφάλεια.
Με τη σημερινή απόφασή του το Δικαστήριο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι η οδηγία 87/357 έχει εφαρμογή στα προϊόντα που δεν εμφανίζονται υπό την πραγματική τους μορφή και θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την υγεία των καταναλωτών.
Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι η οδηγία 87/357 αφορά, κατά το γράμμα της, τα προϊόντα τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια ή την υγεία των καταναλωτών και τα οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι τρόφιμα, έχουν τη μορφή τροφίμων, η δε κατανάλωσή τους συνεπάγεται ενδεχομένως κινδύνους όπως ασφυξία, δηλητηρίαση, διάτρηση ή απόφραξη του πεπτικού σωλήνα. Εντούτοις, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το γράμμα των διατάξεων της οδηγίας δεν καθιερώνει τεκμήριο επικινδυνότητας των προϊόντων που είναι δυνατό να εκληφθούν ως τρόφιμα.
Συναφώς, το Δικαστήριο τονίζει ότι η οδηγία 87/357 προβλέπει απαγόρευση εμπορίας, εισαγωγής, κατασκευής ή εξαγωγής ορισμένων προϊόντων εφόσον πληρούνται τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις τις οποίες θεσπίζει το άρθρο 1 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, πρώτον, πρέπει να πρόκειται για μη βρώσιμο προϊόν το οποίο έχει το σχήμα, την οσμή, το χρώμα, την όψη, τη συσκευασία, τη σήμανση, τον όγκο ή το μέγεθος ενός τροφίμου, δεύτερον, τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά πρέπει να είναι τέτοια ώστε να είναι ευλόγως αναμενόμενο οι καταναλωτές, και ιδίως τα παιδιά, να εκλάβουν το προϊόν ως τρόφιμο, τρίτον, πρέπει να είναι ευλόγως αναμενόμενο ότι, ως εκ τούτου, οι καταναλωτές θα βάλουν το προϊόν στο στόμα, θα το γλείψουν ή θα το καταπιούν, και, τέταρτον, το να βάλει κάποιος το προϊόν στο στόμα, να το γλείψει ή να το καταπιεί συνεπάγεται ενδεχομένως κινδύνους όπως ασφυξία, δηλητηρίαση, διάτρηση ή απόφραξη του πεπτικού σωλήνα.
Εντούτοις, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η οδηγία 87/357 δεν περιλαμβάνει διάταξη θεσπίζουσα τεκμήριο επικινδυνότητας των προϊόντων τα οποία δεν εμφανίζονται υπό την πραγματική τους μορφή ούτε, ειδικότερα, τεκμήριο ότι το να βάλει κάποιος στο στόμα τέτοια προϊόντα, να τα γλείψει ή να τα καταπιεί συνεπάγεται τους ως άνω κινδύνους αλλά, αντιθέτως, διαπιστώνει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης απαιτεί, βάσει της τελευταίας προϋποθέσεως, να γίνεται κατά περίπτωση εκτίμηση τέτοιων κινδύνων.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ένα τέτοιο τεκμήριο θα ερχόταν σε αντίθεση με το γεγονός ότι η οδηγία 87/357 δεν επιβάλλει απαγόρευση της εμπορίας των προϊόντων που είναι δυνατό να εκληφθούν ως τρόφιμα, αλλά σκοπεί στην εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία τα οποία εγείρουν εθνικές διατάξεις που αφορούν τέτοια προϊόντα, με ταυτόχρονη όμως διασφάλιση της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των καταναλωτών.
Εξάλλου, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να εξετάζουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά των οικείων προϊόντων προκειμένου να κρίνουν αν πληρούνται οι τέσσερις προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας 87/357, γεγονός που θα δικαιολογούσε την έκδοση αποφάσεως περί απαγορεύσεως της εμπορίας τους.
Το Δικαστήριο υπογραμμίζει επίσης ότι οι εθνικές αρχές υποχρεούνται, κατά την εξέταση αυτή, να συνεκτιμούν την τυχόν ευάλωτη θέση ορισμένων προσώπων και κατηγοριών καταναλωτών, μεταξύ των οποίων καταλέγονται ιδίως τα παιδιά.
Πλην όμως, τονίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας 87/357 δεν υποχρεώνουν τις εθνικές αρχές να αποδείξουν, βάσει αντικειμενικών και τεκμηριωμένων στοιχείων, ότι τα προϊόντα που έχουν τη μορφή τροφίμων μπορούν να εκληφθούν ως τρόφιμα ούτε ότι συντρέχουν οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια τους οποίους μπορεί να επιφέρει η εν λόγω σύγχυση.
Επομένως, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν επιτρέπει την επιβολή απαίτησης βάσει της οποίας πρέπει να αποδεικνύεται η βεβαιότητα της επέλευσης των εν λόγω κινδύνων, διότι τούτο δεν θα διασφάλιζε τη δίκαιη εξισορρόπηση μεταξύ της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων και της προστασίας των καταναλωτών.
1 Οδηγία 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1987, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τα προϊόντα που, επειδή δεν εμφανίζονται υπό την πραγματική τους μορφή, θέτουν σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των καταναλωτών (ΕΕ 1987, L 192, σ 49).
ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η προδικαστική παραπομπή παρέχει στα δικαστήρια των κρατών μελών τη δυνατότητα, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή με το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσμεύει, κατά τον ίδιο τρόπο, τα άλλα εθνικά δικαστήρια που επιλαμβάνονται παρόμοιου προβλήματος.
Ανεπίσημο έγγραφο προοριζόμενο για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το οποίο δεν δεσμεύει το Δικαστήριο.
Το πλήρες κείμενο της αποφάσεως είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα CURIA από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της





