Η υπ’αριθμόν απόφαση 74/2021 του Αρείου Πάγου αναιρεί την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπό το πρίσμα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο μια αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή εφόσον το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ένα δικαίωμα απαράδεκτο. Εν προκειμένω, η αγωγή περί κλήρου που αποτελεί δικαίωμα της κατιούσας κρίθηκε απαράδεκτη από το εφετείο παρά το γεγονός ότι το πρωτοδικείο την είχε καταστήσει δεκτή.
Πριν να προχωρήσουμε στην ανάλυση του λόγου για τον οποίο το εφετείο έκρινε απαράδεκτη την αγωγή περί κλήρου είναι σημαντικό να προσδιορίσουμε τί είναι αυτή η αγωγή, σε ποιές περιπτώσεις διενεργείται, ποιός είναι ο δικαιούχος και προς ποιόν ασκείται.
Αγωγή περί κλήρου σύμφωνα με το άρθρο 1871 ΑΚ είναι η αγωγή που μπορεί να ασκηθεί από ένα δικαιούχο κληρονομίας όταν παραβιάζεται το κληρονομικό του δικαίωμα από έναν κληρονόμο που κατακρατεί αντικείμενα της κληρονομίας. Δικαιούχοι κληρονομίας είναι οι κατιόντες (παιδιά, εγγόνια), ο επιζών σύζυγός ή οι γονείς του θανόντος (1825 ΑΚ), επομένως όσοι θα είχαν κληθεί να κληρονομήσουν εάν δεν υπήρχε διαθήκη.
Το ποσοστό που δικαιούνται οι δικαιούχοι όταν τίθεται ζήτημα νόμιμης μοίρας όπως στην παρούσα απόφαση είναι το μισό της εξ’αδιαθέτου μερίδας, δηλαδή το ήμισυ του μεριδίου που θα έπαιρναν σε περίπτωση κληρονομίας χωρίς διαθήκη. Το άτομο κατά του οποίου ασκείται η αγωγή περί κλήρου είναι ο νομέας κληρονομίας, δηλαδή ο κληρονόμος που κατακρατεί το ποσό της νόμιμης μοίρας του δικαιούχου ή τα αντικείμενα της κληρονομίας. Μέσω της αγωγής περί κλήρου ο δικαιούχος της νόμιμης μοίρας επιθυμεί την άσκηση του κληρονομικού δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομίας ή κάποιου αντικειμένου από αυτήν (1871 ΑΚ).
Πώς υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα;
Η νόμιμη μοίρα υπολογίζεται βάσει της κατάστασης και της αξίας της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφαιρώντας όμως από αυτή τα χρέη και τις δαπάνες της κηδείας του και της απογραφής της κληρονομιάς (1831 ΑΚ). Στον υπολογισμό της κληρονομιάς συνυπολογίζουμε επίσης και τυχόν δωρεές του κληρονομούμενου. Εάν μια δωρεά παραχωρήθηκε προς κάποιο δικαιούχο της κληρονομίας (μεριδούχο), ανατροπή της δωρεάς υφίσταται μόνο εάν έλαβε ποσό μεγαλύτερο της νόμιμης μοίρας του (1838 ΑΚ).
Αγωγή περί κλήρου και αοριστία:
Εν προκειμένω, το εφετείο έκρινε την αγωγή περί κλήρου αόριστη. Σε αυτό το σημείο, να αναφέρουμε ότι σε μια αγωγή μπορεί να έχουμε είτε νομική αοριστία, είτε ως προς την ποιότητα/ ποσότητα. Η νομική αοριστία όπως ορίζεται και στην απόφαση «στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Συνδέεται δηλαδή με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί».
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, υπάρχει «όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής».
Τα άρθρα 117 και 118 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προσδιορίζουν κάποιες ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι έγκυρη μια αγωγή, όπως η αναφορά του τόπου και της ημερομηνίας και του δικαστή. Ενδιαφέρον όμως έχει το άρθρο 216 ΚπολΔ, το οποίο θεμελιώνει τα στοιχεία που πρέπει να εμπεριέχει σωρευτικά μια αγωγή προκειμένου να γίνει δεκτή και να μη διέπεται από ποσοτική ή ποιοτική αοριστία:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου
β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς,
γ) ορισμένο αίτημα.
Εν προκειμένω το δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή περί κλήρου της αναιρεσειούσας ήταν απαράδεκτη λόγω ποιοτικής αοριστίας. Ειδικότερα, στην αγωγή δεν προσδιορίστηκε η πραγματική αξία των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς την χρονική στιγμή του θανάτου του κληρονομούμενου. Ωστόσο, προσδιορίστηκε η αξία των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Να σημειωθεί ότι η αξία και στις δύο περιπτώσεις ήταν ίση. Ωστόσο, ο Άρειος Πάγος αναιρεί την απόφαση του εφετείου καθώς η απουσία αναφοράς της ταύτισης της πραγματικής αξίας των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με την προσδιορισμένη αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν αποτελεί αιτία αοριστίας.
«Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν εκτίθεται η πραγματική αξία των επί μέρους στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, προσδιορίζοντας την αξία τούτων μόνο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, χωρίς να αναφέρει ότι υφίσταται ταύτιση της αξίας των στοιχείων της κληρονομιάς κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου με την αξία των ίδιων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ο συναφής τρίτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων αναιρετικών λόγων.»
Επομένως, ήταν λανθασμένο από μεριάς του εφετείου να κριθεί απαράδεκτη η αγωγή, καθώς συνέτρεχαν τα σωρευτικά στοιχεία του άρθρου 216Κ ΚΠολΔ, εφόσον η αναιρεσειούσα είχε εκφράσει με σαφήνεια τα γεγονότα που της θεμελιώνουν την άσκηση του κληρονομικού της δικαιώματος, περιέγραψε με σαφήνεια την διαφορά της με τον εναγόμενο και το αίτημά της να διεκδικήσει την νόμιμη μοίρα της ήταν σαφές. Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντρέχει ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για αυτό και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο αλλά με διαφορετικό δικαστή, ενώ καταδίκασε τους αναιρεσίβλητους να καταβάλουν δικαστική δαπάνη ύψους 3000 ευρώ.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet





