Το άρθρο 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Στις προθεσμίες αυτές δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίστηκε σύμφωνα με αυτή, το διάστημα αναστολής της εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από την 1η έως την 1η Αυγούστου
Το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δυσμενείς και για την εκκαλούσα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε εξαιτίας γεγονότων, που αφορούν και στο πρόσωπό της, δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις της, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν στοιχεία διατακτικού, δεν παράγεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας σε άλλη δίκη. Πράγματι, το ότι ο ισχυρός κλονισμός, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, επήλθε εξαιτίας γεγονότων που συνδέονται και με το πρόσωπο της εκκαλούσας, δεν έχει άλλη έννομη συνέπεια γι` αυτήν, πέρα από την επιδιωκόμενη και από την ίδια λύση του γάμου
Το άρθρο 135, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2006/112 έχει την έννοια ότι η απαλλαγή την οποία προβλέπει για την ανάληψη υποχρεώσεων, εγγυήσεων ή λοιπών ασφαλειών δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες διαχειρίσεως πιστώσεων που παρέχονται από το πρόσωπο το οποίο χορήγησε τις πιστώσεις αυτές και αφορούν δάνεια που εξασφαλίζουν ομόλογο εκδοθέν από άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, στο οποίο έχουν εκχωρηθεί τα εν λόγω δάνεια
Τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το άρθρο 5, παρ. 1, του κανονισμού 2016/679, το άρθρο 6, παρ. 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παρ. 3, του ίδιου κανονισμού, και η αρχή της «ελαχιστοποίησης των δεδομένων», κατ’ ορθή ερμηνεία, δεν αντιτίθενται στη χρήση από εθνικό δικαστήριο αποδεικτικών στοιχείων τα οποία περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκτηθέντα διά της προσβολής του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην προστασία των προσωπικών δεδομένων εκ μέρους του διαδίκου που προσκόμισε τα στοιχεία αυτά στο δικαστήριο, όταν ο διάδικος δεν έχει άλλο έννομο συμφέρον να προβεί σε τέτοια επεξεργασία πέραν της στοιχειοθετήσεως και μόνον των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται
Δεκτή έγινε αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, η οποία αφορούσε το αδίκημα της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση για ανύπαρκτες συναλλαγές άνω των 200.000 ευρώ
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε κατά πλειοψηφία ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να διενεργείται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής. Η κρίση αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τον πρωταρχικό σκοπό του Ν. 3869/2010, ο οποίος συνίσταται στην αντιμετώπιση των σοβαρών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων της υπερχρέωσης των φυσικών προσώπων και στην κοινωνικοοικονομική επανένταξη των δανειοληπτών μέσω της απαλλαγής από τα χρέη τους, προς εξυπηρέτηση του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος
Δεν παραβιάζεται η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης, όταν το δικαστήριο, με βάση την αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, το περιεχόμενο προφορικής συνομιλίας του κατηγορουμένου με τρίτους πριν αυτός αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, η οποία (συνομιλία) δεν έγινε κατά τη διενέργεια ποινικής ή πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος του και δεν έχει καταγραφεί νόμιμα σε υλικό φορέα (ΑΠ 949/2015)
Το δικαστήριο επέβαλε σε βάρος της αναιρεσείουσας δικαστικά έξοδα ύψους οκτακοσίων (800) ευρώ, εφαρμόζοντας το άρθρο 577 παρ.1 εδ. α' του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 114 παρ.2 εδ. α' του Ν.5090/2024 και ισχύει από 01.05.2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ.1 του ίδιου ως άνω Νόμου
Το άρθρο 3, παρ. 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται στην εφαρμογή, στο πλαίσιο της μεταβίβασης επιχείρησης κατά την οδηγία αυτή και όσον αφορά την ικανοποίηση ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων από τον μεταβιβάζοντα, εθνικής διάταξης που εξαρτά την εκχώρηση υποχρέωσης μεταξύ δύο οφειλετών από τη συναίνεση του δανειστή, με αποτέλεσμα η μεταβίβαση στον αποκτώντα την επιχείρηση των υποχρεώσεων που υπέχει ο μεταβιβάζων για καταβολή των εν λόγω μισθολογικών απαιτήσεων να υπόκειται στη συναίνεση του οικείου εργαζομένου, τούτο δε ανεξαρτήτως του γενικού ή ειδικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης διάταξης
Η οδηγία (ΕΕ) 2021/2167, καθώς και η οδηγία (ΕΕ) 2015/849, έχουν την έννοια ότι δεν εφαρμόζονται επί εθνικής ρύθμισης σχετικής με ομαδικές εκχωρήσεις επισφαλών απαιτήσεων η οποία, όσον αφορά το χρονικό διάστημα πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2021/2167 στο εθνικό δίκαιο, δεν προέβλεπε ότι οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να καταρτίζονται εγγράφως και από την οποία προέκυπτε ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των οποίων η δραστηριότητα συνίστατο σε τέτοιες εκχωρήσεις απαιτήσεων δεν υπόκεινται σε προληπτική εποπτεία από την αρμόδια εθνική αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000