Στην υπό κρίση περίπτωση δόθηκε προκαταβολή σε ΕΠΕ για την παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών οι οποίες αν και δεν ολοκληρώθηκαν- δεν επεστράφη η προκαταβολή. Καταδικάστηκαν για την υπεξαίρεση και οι δύο εταίροι και όχι μόνο ο Διαχειριστής.
Η ύπαρξη εξωδικαστικού συμβιβασμού μεταξύ του κατηγορουμένου και του μηνυτή στο ποσό των 10.000 Ευρώ δεν ασκεί ουδεμία επιρροή στη παρούσα δίκη.
Η κατάθεση χρηματικού ποσού όχι σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό αλλά στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας δεν διαφοροποιεί καθόλου τη νομική κατάσταση του κατατεθειμένου χρηματικού ποσού που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της υπεξαίρεσης, καθόσον ο κατηγορούμενος όντας μοναδικός διαχειριστής της εταιρείας είχε την κατοχή των ισόποσων λογιστικών μονάδων του.
Ο εντολοδόχος ουδέποτε αποκτά κυριότητα επί των προκαταβαλλόμενων σ’ αυτόν χρημάτων ή αυτών που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, αλλά μόνο κατοχή, είτε η προκαταβολή ή η απόκτηση γίνεται με παράδοση των χρημάτων είτε με λογιστική μεταφορά τους στον προσωπικό λογαριασμό του σε τράπεζα, με την οποία αυτός γίνεται δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα ανάληψής τους, γι’ αυτό σε περίπτωση μη ανάλωσης των χρημάτων αυτών κατά τους όρους της εντολής ή μη απόδοσης στον εντολέα όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση.
Η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αποτρέπεται, αν το περιεχόμενο του μη αναγνωσθέντος στο ακροατήριο εγγράφου διαπιστώνεται από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή το ανωτέρω έγγραφο αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως σε σχέση με τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο.
Οι όροι υπό τους οποίους χορηγείται η υπό επιτήρηση αναστολή της ποινής επιβάλλονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτημα και χωρίς να απαιτείται αιτιολογία.
Σε περίπτωση κατ' εξακολούθηση υπεξαιρέσεως, αν οι μερικότερες πράξεις τελέσθηκαν πριν από τη 3 Ιουνίου 1999 που άρχισε να ισχύει ο ν.2721/1999, η κρίση για τον αν το αντικείμενό τους είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας θα γίνει με βάση το αντικείμενο της κάθε μερικότερης πράξεως, διότι οι νέες ρυθμίσεις του ν.2720/1999 είναι δυσμενέστερες.
Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Π.Κ., ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος.
Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Πως αναγνωρίζεται η υπεξαίρεση μετρητών;
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000