Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, το εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα διατηρούσε την εν λόγω κατοικία κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ότι δεν είχε γνωστοποιήσει μεταβολή διεύθυνσης με κάποιον από τους περιοριστικά οριζόμενους τρόπους του άρθρου 119 παρ. 3 ΚΠολΔ.. Τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ορθώς δεν θεωρήθηκαν λυσιτελή ή ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα η απόρριψη της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης να μη στοιχειοθετεί τις αποδιδόμενες πλημμέλειες των αριθμών 19, 8, 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε παραβίαση των άρθρων 20 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ
Ο Άρειος Πάγος, στο πλαίσιο της εξέτασης αίτησης αναίρεσης Τράπεζας, έκρινε ότι η καταβολή από αυτή των αναγνωρισθέντων ως οφειλομένων από την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία στη συνέχεια αναιρέθηκε, θεωρείται ως εντελώς άκυρη. Όπως επεσήμανε το δικαστήριο, η επίδοση της επιταγής και κάθε μετέπειτα πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, που έγιναν βάσει της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά και η εκούσια συμμόρφωση τόσο σε επισπευδόμενη αναγκαστική εκτέλεση όσο και σε τελεσίδικη αναγνωριστική απόφαση, η οποία αναιρέθηκε, καθίστανται άκυρες
Κοινοποίηση των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του Μέρους Α΄ του ν.4937/2022
Διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου για την παρουσίαση των Περιβαλλοντικών Επιδόσεων της Ελλάδας από τον ΟΟΣΑ
Η σχετική αίτηση απευθύνεται προς την αρμόδια αρχή της χώρας στην οποία γίνεται η επίδοση, η δε επίδοση διενεργείται είτε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται είτε σύμφωνα με τον τύπο ή τη διαδικασία που επιθυμεί ο επισπεύδων, αρκεί να μην αντιβαίνει στη νομοθεσία του κράτους στο οποίο γίνεται η επίδοση και αποδεικνύεται από βεβαίωση που συντάσσει η αρμόδια αρχή του κράτους όπου έγινε η επίδοση, σύμφωνα με την οποία (βεβαίωση) θα προσδιορίζεται ο τύπος, η ημερομηνία εκτελέσεως της επιδόσεως και το πρόσωπο που παρέλαβε το επιδοτέο έγγραφο.
Πλειστηριασμός ακινήτου: Ακυρότητα κατόπιν ανακοπής που ασκείται ως την έναρξη του πλειστηριασμού (αρ. 934 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ) σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι προυποθέσεις του αρ. 999 παρ. 1,3,4 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η επίδοση στον οφειλέτη περιλήψεως της εκθέσεως κατασχέσεως μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Η πραγματοποίηση της επίδοσης προς τον οφειλέτη σαν να ήταν άγνωστης διαμονής (αρ. 135 Κ.Πολ.Δ.) ενώ ήταν γνωστής, είναι άκυρη και δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, εντεύθεν δε αν αφορά την επίδοση της εκθέσεως κατασχέσεως μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 159 περ. 3 Κ.Πολ.Δ. Η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής συνεπάγεται την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, οπότε η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (αρ. 294, 295 και 297,573 του Κ.Πολ.Δ). Ισχυρισμοί αναιρεσείοντος για εμπρόθεσμη αίτηση αναίρεσης λόγω του ότι κατά το χρόνο της επίδοσης κατοικούσε σε διαφορετική διεύθυνση, χωρίς να επικαλείται αποδεικτικά μέσα, επομένως η έκθεση επίδοσης καθίσταται έγκυρη.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000