Ο δικονομικός εγγυητής (ως π.χ. ασφαλιστική εταιρεία) που προσεπικλήθη από τον εναγόμενο και ενάγεται από αυτόν για να τον αποζημιώσει στην περίπτωση που θα γίνει δεκτή η κυρία αγωγή, δεν γίνεται διάδικος στην κυρία δίκη και επομένως δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας που αφορά τον κυρίως ενάγοντα και τον εναγόμενο προσεπικαλούντα, αν δεν παρέμβει στην κυρία δίκη, αλλά περιορισθεί, απλώς να αποκρούσει την προσεπίκληση και την εναντίον του αγωγή του εναγομένου.
Η αναιρεσείουσα πολιτικώς ενάγουσα η οποία δεν καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση σε αποζημίωση ή στα έξοδα δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής. Στην περίπτωση αυτή η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Αν κάποιος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Ο ισχυρισμός για ύπαρξη εκκρεμοδικίας είναι αυτοτελής. Η δε προβολή του για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο είναι απαράδεκτη.
Δεν υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως η απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία κατά το χρόνο της απαγγελίας της ήταν εκκλητή, δηλαδή μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, έστω και αν, επιγενομένως, έγινε τελεσίδικη, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως.
Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης που προβλέπει τον λόγο αναιρέσεως χωρίς αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί, ούτε μπορεί ο αορίστως διατυπωμένος στην έκθεση αναιρέσεως λόγος να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.
Στην έφεση πρέπει να αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο της επιδόσεως της εκκαλούμενης αποφάσεως ο κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή και ποία, ότι δηλαδή διέμενε σε ορισμένο τόπο και διεύθυνση διαφορετική από εκείνη στην οποία αναζητήθηκε και δεν βρέθηκε, και ως εκ τούτου η επίδοση της απόφασης ως άγνωστης διαμονής είναι άκυρη.
Γίνεται α) με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή β) με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο , χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Στην αναίρεση πρέπει να προσδιορίζεται ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και εάν πρόκειται για ερμηνευτικό κανόνα η ύπαρξη του κενού ή της ασάφειας, προϋπόθεση για την εφαρμογή ή μη του οποίου και αποτελούν.
Σε αναίρεση υπόκεινται αυτοτελώς οι ποινικές αποφάσεως με τις οποίες περατώνεται η ποινική δίκη. Η προπαρασκευαστική απόφαση όπως είναι εκείνη, με την οποία το δικαστήριο που δικάζει επί της κατηγορίας, αποφαίνεται επί αιτήματος για αναβολή της δίκης, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση αυτοτελώς και ανεξάρτητα με την τελειωτική επί της κατηγορίας απόφαση.
Εάν όμως εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο αγνοούσε, κατά την άσκηση του το λόγο ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μπορεί να τον προτείνει και μεταγενεστέρως μέχρι τη συζήτηση του ενδίκου μέσου στο ακροατήριο και, όταν το δικαστήριο συνεδριάζει ως συμβούλιο, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, ενώπιον του αν εμφανισθεί σ' αυτό ή με υπόμνημα (ΑΠ 2237/09).
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000