Πολλές φορές ο κατηγορούμενος μετά την σύλληψη, απειλεί τον παθόντα-μηνυτή ότι θα υποβάλει και αυτός έγκληση για να αποφύγει την διαδικασία και την ταλαιπωρία του αυτοφώρου
Όταν το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια ποινικής δίκης, υφίσταται άμεση ηθική βλάβη εκείνος που ήταν διάδικος στην ποινική δίκη, στην οποία κατατέθηκαν τα ψευδή γεγονότα, διότι η ψευδής μαρτυρία επηρεάζει άμεσα μόνο τη σχέση των διαδίκων και όχι τις σχέσεις του ενός από αυτούς και τρίτου προσώπου ή τις σχέσεις του ψευδορκήσαντος και τρίτου προσώπου.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης είναι τετελεσμένο μόλις περιέλθει η μήνυση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σε αυτήν, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια ασκήθηκε η όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυόμενου.
Στην πράξη της καταμήνυσης πρέπει να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενό της ήταν αποτέλεσμα ενσυνείδητης ενέργειας του δράστη.
Ο ισχυρισμός ότι, έχει παραγγελθεί ο πειθαρχικός έλεγχος των δικαστών που εξέδωσαν την απόφαση, που ήταν μεροληπτική σε βάρος του, είναι αόριστος, αφού, δεν περιέχει επίκληση σχετικής αμετάκλητης καταδίκης για παράβαση καθήκοντος ή συνδρομής νομίμων λόγων που εμπόδιζαν την έκδοση τέτοιας απόφασης ή συνδρομής λόγων αναστολής της σχετικής ποινικής δίωξης.
Υποβολή αναφοράς εντολέα κατά του Δικηγόρου του στο Δικηγορικό Σύλλογο μετά την λήψη της συμφωνηθείσας αμοιβής από τον Δικηγόρο του, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού.
Η επίδοση της κλήσεως ημέρα Σάββατο ή γενικά μη εργάσιμη ημέρα δεν προκαλεί ακυρότητα, έχει δε σημασία μόνο για τον κατ’ άρθρο 168 παρ. 1 ΚΠΔ υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών.
Το έγκλημα είναι τελειωμένο μόλις περιέλθει η μήνυση ή η έγκληση στην αρχή ή γίνει ανακοίνωση σ’ αυτήν, ανεξάρτητα αν στην συνέχεια ασκήθηκε ή όχι ποινική δίωξη κατά του μηνυομένου-εγκαλουμένου.
Οδηγός Εργατικής Νομοθεσίας Ε.Ε.
Πανεπιστημίου 57, Αθήνα 10564
2103240969 - 2103242267
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
ΑΡΙΘΜΟΣ ΓΕΜΗ 004526701000