Η νέα τρομοκρατική επίθεση στην καρδιά του Λονδίνου μαζί με την ανάλογη απόπειρα στο εμπορικό κέντρο της Αμβέρσας επαναφέρουν φόβους και ανασφάλειες.
Μαζί, όμως, με τη διαπίστωση περί αδυναμίας των όποιων μέτρων ασφαλείας απέναντι σε «μοναχικούς λύκους». Σε φανατικούς τρομοκράτες, που δεν εμποδίζει η έλλειψη εκρηκτικών, πολυβόλων ή άλλων φονικών όπλων. Ένα μαχαίρι κι ένα αυτοκίνητο ή ένα από τα δύο και η ζωή τους αρκούν για παρανοϊκές-αποτρόπαιες πράξεις.
Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, παραδοχή ότι πρόκειται για κάτι αναπότρεπτο και μοιραίο. Ούτε εγκατάλειψη κάθε δυνατού προληπτικού και αποτρεπτικού μέσου, στο πλαίσιο της ασφάλειας και προστασίας των πολιτών. Σηματοδοτεί, όμως, πόσο περισσότερο πολυαιτιακά και σε βάθος απαιτείται να φθάσουν οι πολιτικές και πρακτικές αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Σε τοπικό επίπεδο, με την πολεμική εξουδετέρωση και το ξερίζωμα των επιχειρησιακών βάσεων του ISIS. Συγχρόνως σε κάθε πεδίο όπου ο τζιχαντισμός οπλίζει χέρια, σκορπώντας θάνατο και τρόμο.
Ασφαλώς, ο φόβος δεν θα νικήσει τη δημοκρατία. Με την προϋπόθεση ότι θα νικηθεί το ίδιο το ISIS. Όντας περίεργο, αν και εξηγήσιμο, γιατί αυτό δεν έχει επιτευχθεί έως σήμερα. Παρά την πρωτοφανή αντιτρομοκρατική συμμαχία εναντίον του. Όσο δεν εξαλείφονται οι πολεμικές εστίες-τεμένη του τζιχαντισμού, θα υπάρχουν μοναχικοί ή ατομικοί μακελάρηδες. Όσο δεν αντιμετωπίζονται οι αιτίες, που γεννούν τις συνθήκες περιφοράς «λύκων» στους δρόμους, οι κίνδυνοι θα είναι παρόντες.
Τετριμμένη και απαξιωμένη φαντάζει η επίκληση για τα κοινωνικά αίτια της απήχησης των τζιχαντιστών σε άτομα και ομάδες. Αλλά ας επαναλαμβάνεται το χιλιοειπωμένο, όταν αγνοείται το στοιχειώδες. ethnos.gr





