Ο Συνήγορος θεωρεί ότι η χρέωση συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική και η μετακύλιση στον καταναλωτή χρεώσεων για υπηρεσίες που πρέπει να του παρέχονται χωρίς επιβάρυνση υποχρεωτικά παραβιάζει πολλαπλώς τη νομοθεσία για την προστασία του.
Μετά από καταγγελίες καταναλωτών για την επιβάρυνση που επιβάλλει η ΔΕΗ σε όσους θέλουν να συνεχίσουν να λαμβάνουν τον παραδοσιακό λογαριασμό "σε χαρτί", ο Συνήγορος του Καταναλωτή απέστειλε σύσταση προς την ΔΕΗ, την οποία μπορείτε να δείτε στο επισυναπτόμενο αρχείο.
Η ΔΕΗ, από την πλευρά της, απάντησε προς την Αρχή -την απάντηση επίσης μπορείτε να δείτε στο σχετικό επισυναπτόμενο αρχείο, διατυπώνοντας την άποψη ότι η χρέωση δεν αποτελεί παρατυπία.
Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, βέβαια, επανέρχεται επισημαίνοντας ότι θεωρεί την πρακτική αυτή ως αθέμιτη και επανέρχεται διατυπώνοντας την άποψή του ότι η ΔΕΗ παραβιάζει τη σχετική νομοθεσία.
Στο έγγραφο του Συνήγορου αναφέρεται μεταξύ άλλων:
"Σε αντίθεση με τα όσα αναφέρετε στην απάντησή σας, οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας ορίζουν με σαφήνεια την υποχρέωση του Προμηθευτή Ηλεκτρικής Ενέργειας για έκδοση έγχαρτων Λογαριασμών Κατανάλωσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 37 του Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας σε Πελάτες, ο Προμηθευτής αποστέλλει “το Λογαριασμό Κατανάλωσης στην τελευταία δηλωθείσα ταχυδρομική διεύθυνση του Πελάτη. Ο Πελάτης δύναται εάν το επιθυμεί να λαμβάνει τον Λογαριασμό Καταναλώσης με εναλλακτικούς τρόπους, όπως π.χ. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, εφόσον προβλέπεται διαδικασία επιβεβαίωσης παραλαβής του Λογαριασμού'’.
Η υποχρέωση αυτή, επιβεβαιώνεται και από την ίδια τη σύμβαση Προμήθειας της εταιρείας ΔΕΗ Α.Ε. (βλ. άρθρο 6.8 σύμβασης).
Η δε πρόβλεψη έκπτωσης για τους πελάτες που λαμβάνουν ηλεκτρονικό λογαριασμό (0,5 ευρώ για τους μηνιαίους λογαριασμούς κατανάλωσης και 1 ευρώ για τους διμηνιαίους) συνιστά κίνητρο εγγραφής στον ηλεκτρονικό λογαριασμό, αλλά δεν αίρει τη μη συμβατότητα της πρακτικής ως προς τους καταναλωτές που επιβαρύνονται, επειδή κάνουν χρήση του δικαιώματος που τους παρέχει η νομοθεσία για λήψη του έγχαρτου λογαριασμού χωρίς κόστος, για όποιους λόγους και αν την επιλέγουν (ευαλωτότητα, χρηστικότητα, οικονομική δυσπραγία κλπ.).
Περαιτέρω, και σχετικά με το ζήτημα της χρέωσης, της έκδοσης και αποστολής του Λογαριασμού Κατανάλωσης, είναι σαφές, από τα Τιμολόγια Προμήθειας της εταιρείας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ότι η έκδοση βαρύνει τον Προμηθευτή. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου η χρέωση έκδοσης Λογαριασμού Κατανάλωσης να βαρύνει τον καταναλωτή, αυτή θα έπρεπε να αναφέρεται ρητά ως χρέωση Προμήθειας στο Τιμολόγιο Προμήθειας.
Όπως όμως προκύπτει από τα σχετικά Τιμολόγια Προμήθειας, όχι μόνο δεν αναφέρουν πουθενά τη σχετική χρέωση, αλλά αντίθετα, τα ισχύοντα Τιμολόγια ήδη αντανακλούν το πραγματικό κόστος Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας και ιδίως “το κόστος της δραστηριότητας εμπορίας και διαχείρισης Πελατών (ενδεικτικά, το κόστος των υπηρεσιών έκδοσης και είσπραξης τιμολογίων...).
Συνεπώς, η επιβολή χρέωσης για υπηρεσία το κόστος της οποίας, κατά τα ανωτέρω καλύπτεται, συνιστά μη διαφανή τιμολογιακή αναπροσαρμογή. Η δε πρόβλεψη έκπτωσης για την κατηγορία των συνδρομητών που λαμβάνουν ηλεκτρονικά το λογαριασμό τους και επιβάρυνσης για τους συνδρομητές που λαμβάνουν έγχαρτο λογαριασμό μπορεί να θεμελιώσει άνιση μεταχείριση των καταναλωτών, αφού, στο σύνολό τους, δικαιούνται έγχαρτο λογαριασμό χωρίς οικονομική επιβάρυνση.
Κατά συνέπεια, η σχετική χρέωση της έκδοσης έγχαρτου λογαριασμού δύναται να πραγματοποιηθεί μόνο με τροποποίηση του σχετικού Τιμολογίου Προμήθειας.
Όπως όμως προκύπτει από τη σύμβαση Προμήθειας Ηλ. Ενέργειας, ακόμη και την πιο πρόσφατη, η οποία προφανώς δεν δεσμεύει τους παλαιότερους συμβαλλόμενους καταναλωτές σας, και στην οποία μας παραπέμπετε με το από 15 Ιανουαρίου 2019 έγγραφό σας ως νομιμοποιητική βάση για την υπό κρίση τροποποίηση του Τιμολογίου Προμήθειας, δεν προκύπτει η τήρηση των ως άνω διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
Συνοψίζοντας, επισημαίνουμε ότι η λήψη κάθε μέτρου εμπορικής πολιτικής κρίνεται αυτοτελώς σε σχέση με τη νομιμότητά του ή μη και δεν συμψηφίζεται με άλλα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, την εφαρμογή των οποίων, ούτως ή άλλως, επιβάλλει η νομοθεσία και εφαρμόζεται υποχρεωτικά από όλους τους προμηθευτές. Η μετακύλιση στον καταναλωτή χρεώσεων για υπηρεσίες που δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας του παρέχονται, υποχρεωτικώς, χωρίς επιβάρυνση παραβιάζει πολλαπλώς τη νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή και, όπως προαναφέρθηκε αναλυτικά, συνιστά αθέμιτη εμπορική πρακτική. Για τους λόγους αυτούς η Ανεξάρτητη Αρχή “Συνήγορος του Καταναλωτή” έχει αποστείλει την υπ' αριθμ. 791/8.1.2019 Σύσταση-Πόρισμά της επί του θέματος στις αρμόδιες εποπτικές αρχές για τις ενέργειές τους, ενώ ενημερώνει σχετικώς τους καταναλωτές που έχουν προσφύγει σε αυτή για τα δικαιώματά τους..."





