Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση επιχειρεί να αποκλείσει τις επικουρικές συντάξεις από το πακέτο περικοπών 1,8 δισ. ευρώ στις συντάξεις από τον Ιανουάριο του 2019.
Παράλληλα, η κυβέρνηση ζητά από τους θεσμούς να ορίζεται ρητά στη συμφωνία πως μετά το πέρας του προγράμματος –δηλαδή από το Σεπτέμβριο του 2018– θα επανέλθει η αρχή της επεκτασιμότητας των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων και η αρχή ευνοϊκότερης ρύθμισης.
Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, το σχέδιο της συμφωνίας το οποίο έχουν ετοιμάσει οι θεσμοί δεν προβλέπει πως πρέπει να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για την ακύρωση της αναστολής ισχύος των δύο παραπάνω αρχών, όπως ζητά η κυβέρνηση. Το μόνο που ορίζεται είναι πως μέχρι το τέλος του προγράμματος προσαρμογής θα ισχύουν στο Εργασιακό όσα έχουν θεσπιστεί κατά τα προηγούμενα (σ.σ. "μνημονιακά") χρόνια. Υπενθυμίζεται πως οι αρχές της επεκτασιμότητας και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης έχουν ανασταλεί από το 2011 και μέχρις ότου ολοκληρωθεί το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Πολιτικής. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά προτείνει να ορίζεται ρητά στη συμφωνία πως θα σταματήσει η αναστολή ισχύος τους με την ολοκλήρωση του τρέχοντος προσαρμογής και πως αυτό (η διακοπή δηλαδή της της αναστολής ισχύος) πρέπει να θεσπιστεί. Αν συμφωνηθεί κάτι τέτοιο μεταξύ κυβέρνησης – θεσμών, τότε μετά το Σεπτέμβριο του 2018, μία κλαδική συλλογική σύμβαση θα είναι δεσμευτική για τα μη μέλη των κλαδικών εργοδοτικών ενώσεων, εφόσον οι ενώσεις αυτές αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 51% των επιχειρήσεων του κλάδου. Επίσης, οι όροι μίας επιχειρησιακής ή ατομικής σύμβαση δεν θα μπορούν να είναι δυσμενέστερες για τον εργαζόμενο σε σχέση με εκείνες που ορίζονται στις κλαδικές συμβάσεις.
Εξάλλου, η συμφωνία κυβέρνησης – θεσμών προβλέπει την κατάργηση του υπουργικού βέτο στις ομαδικές απολύσεις, αλλά όχι την αύξηση του ορίου των απολύσεων από το 5% στο 10%. Μ΄ άλλα λόγια πέρασε η θέση των θεσμών για ουσιαστικό εξοβελισμό του κράτους από τις διαδικασίες αποφάσεων για ομαδικές απολύσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ πέρασε η θέση της κυβέρνησης για διατήρηση του υπάρχοντος ορίου απολύσεων για επιχειρήσεις με περισσότερους από 150 εργαζομένους. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί πως θα παραμείνει ως έχει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις εθνικές συλλογικές διαπραγματεύσεις. Δηλαδή, θα είναι το κράτος που θα καθορίζει τον εθνικό κατώτατο μισθό –μετά το πέρας του προγράμματος προσαρμογής– και όχι οι κοινωνικοί εταίροι (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΤΕ) όπως ζητούσε η κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, στο πεδίο των εθνικών συλλογικών διαπραγματεύσεων δεν περνά η ελληνική θέση.
Σε ό,τι αφορά το ασφαλιστικό, η κυβέρνηση έχει αποδεχθεί την εξοικονόμηση 1,8 δισ. ευρώ από τις συντάξεις το 2019 και όχι το 2019 -2020 όπως αρχικά υποστήριζε. Βασικό όχημα για τη μείωση των συντάξεων θα είναι η μείωση ή και κατάργηση των "προσωπικών διαφορών" που θα προκύψουν μετά τον επανϋπολογισμό των ήδη καταβαλλομένων κύριων συντάξεων πλην ΟΓΑ. Η κυβέρνηση προτείνει στους θεσμούς (και αυτοί φέρονται να το αποδέχονται) να υπάρξει ένα "ταβάνι προστασίας" των συντάξεων από τις περικοπές αυτές. Συγκεκριμένα, ζητά οι περικοπές να μην αφαιρούν πάνω από το 22% των συντάξεων. Παράλληλα, η κυβέρνηση προτείνει στους θεσμούς να μην υπάρξουν περικοπές στις επικουρικές συντάξεις, κάτι που δεν έχουν ακόμα αποδεχθεί οι θεσμοί. Οι θεσμοί, από την πλευρά τους, ζητούν να περικοπούν και αυτές σε περίπτωση που δεν μπορεί να εξοικονομηθούν τα ζητούμενα 1,8 δισ. ευρώ. capital.gr





