Δεκτές έκανε το ΙΚΑ ενστάσεις εργοδοτών, που αφορούν υποθέσεις αναγγελίας αποχώρησης προσωπικού και μη επίδειξης του «Βιβλίου Νεοπροσλαμβανομένου Προσωπικού», για το οποίο –παρόλο που έχει καταργηθεί- εκκρεμούσε ένσταση από την εποχή, που ίσχυε.
Δείτε παρακάτω τις σχετικές αποφάσεις
1) Δεκτή ένσταση εργοδότη προς το ΙΚΑ για την επίδειξη του Βιβλίου Νεοπροσλαμβανομένου Προσωπικού
Παραθέτουμε τα κυριότερα σημεία του σκεπτικού, που κατατέθηκε με την ένσταση:
- ΕΠΕΙΔΗ η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει και για το ποσό του προστίμου που επιβάλλει καθώς: κατ’ εξουσιοδότηση της (ήδη καταργηθείσης) ρύθμισης που θέσπισε την υποχρέωση τήρησης του ΕΒΚΝΠ, εκδόθηκε η Φ. 21/762/30.3.1998 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 313), με την οποία τροποποιήθηκαν διατάξεις του Κανονισμού Ασφάλισης του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/Ι.479/18.11.1965, Β΄ 816). Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση της ίδιας διάταξης (περ. στ΄ της παρ. 9 του άρθρου 26 του αν.ν. 1846/1951, όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997) εκδόθηκε και η Φ. 21/500/26.3.1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στην παρ. 4 της οποίας ορίζονται τα ακόλουθα: «Κάθε εργοδότης που παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 και δεν καταχωρεί τους νεοπροσλαμβανόμενους μισθωτούς στο Ειδικό Βιβλίο ή δεν επιδεικνύει αυτό στα αρμόδια όργανα όταν του ζητηθεί, υπόκειται σε πρόστιμο …
Το ύψος του προστίμου ορίζεται για κάθε παράβαση και για κάθε άτομο σε δωδεκάμισι (12½) τεκμαρτά ημερομίσθια της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του, που στρογγυλοποιείται στην αμέσως προηγούμενη ή επόμενη δεκάδα-χιλιάδα αναλόγως. Το ύψος του προστίμου μπορεί να αναπροσαρμόζεται μετά από απόφαση του Δ.Σ. του Ι.Κ.Α., σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά κατ’ άτομο το εικοσιπενταπλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ανώτατης ασφαλιστικής κλάσης, όπως ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του προστίμου». Κατά συνέπεια των παραπάνω, έχει κριθεί ότι η μη επίδειξη στα αρμόδια για τον έλεγχο της τήρησής τους όργανα του Ιδρύματος του ειδικού εντύπου καταχώρισης νεοπροσλαμβανόμενων μισθωτών συνιστά αυτοτελή παράβαση, για την οποία επιβάλλεται ένα και μόνο πρόστιμο (Σ.τ.Ε. 4368/2009, 2810/2010, 3300/2011, 1215/2013) και όχι σωρευτικά τόσα πρόστιμα για όσους εργαζόμενους ανευρέθησαν να εργάζονται κατά το χρόνο ελέγχου, τακτική δηλ. που παρανόμως εφάρμοσε η προσβαλλόμενη ΠΕΠΑΕ.
- ΕΠΕΙΔΗ η προσβαλλόμενη Πράξη είναι άκυρη και λόγω παντελούς αοριστίας της, δηλονότι οι διοικητικές πράξεις, και μάλιστα όσες συνεπάγονται επαχθείς ποινές για τον διοικούμενο, οφείλουν να έχουν πλήρη αιτιολογία. Στην περίπτωση που εξετάζουμε: η προσβαλλόμενη ΠΕΠΑΕ δεν αναφέρει καν τέτοια «αιτιολογία» καθώς αναγράφεται στο σώμα της ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ: «Επειδή από τον έλεγχο που διενεργήθηκε την 5-8-2014 στην επιχείρηση του ανωτέρω εργοδότη διαπιστώθηκε ότι αυτός (α) δεν επέδειξε το Βιβλίο, (β) δεν καταχώρησε τους μισθωτούς που βρέθηκαν απασχολούμενοι στην επιχείρηση όπως αναλυτικά αναγράφονται κατωτέρω», ΧΩΡΙΣ αφενός μεν να έχει τσεκαρισμένη (επιλεγμένη) την περίπτωση για την οποία μας επεβλήθη το πρόστιμο (δηλ. την α’ ή την β’ ?) και μάλιστα (ακόμη σοβαρότερο σφάλμα της προσβαλλόμενης) θεωρώντας defacto ότι, μη επιδεικνύοντες το Βιβλίο (για τους δικαιολογημένους λόγους που ήδη αναφέραμε και ευσταθούν, όπως αποδεικνύουμε και όπως ήδη αποδείξαμε αμέσως τόσο με την άμεση παρέμβαση του υπευθύνου μας στο χώρο του αερολιμένα όσο και με την άμεση αποστολή των εγγράφων στην ΕΥΠΕΑ), δήθεν «δεν καταχωρήσαμε» τους μισθωτούς (περίπτωση β’), ενώ αυτοί ήταν ΟΛΟΙ καταχωρημένοι.
Δηλ. η προσβαλλόμενη συνήγαγε παρανόμως «τεκμήριο διάπραξης παρανομίας» (πράξη υπό β’) χωρίς όμως να την κατονομάζει ούτε να την έχει επιλεγμένη με (ν) στο αντίστοιχο σημείο (α’ ή β’), ενώ, επιλέγοντας αβασάνιστα την περίπτωση β’, κατέστη δυνατόν να μας επιβληθεί πρόστιμο τριπλάσιο (3 Χ 500 ευρώ), ενώ, αν επέλεγε την περίπτωση α’ (δηλ. μη επίδειξη απλά του Βιβλίου, όπως και ήταν το γεγονός) τότε το πρόστιμο θα ήταν μικρότερο [σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.2556/1997: «Στην παρ. 9 του άρθρου 26 του α.ν 1846/1951, όπως σήμερα ισχύει, προστίθενται περιπτώοεις στ. και ζ ως εξής: στ. Να καταχωρούν σε θεωρημένο και ειδικό προς τούτο έντυπο τους προσλαμβανόμενους μισθωτούς τους αμέσως μετά την πρόσληψη και πριν αυτοί αναλάβουν εργασία» και σύμφωνα με την ΥΑ Φ21//1998 (ΥΑ Φ21/500 ΦΕΚ Β 313 1998): "4. Το ύψος του προστίμου για τις παραβάσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις αα έως και δδ της περίπτωσης στ της παραγράφου 9 του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 3232/2004 (ΦΕΚ 48 Α'), ορίζεται για κάθε έναν μισθωτό στο ποσό των 500 ευρώ (αντικαταστάθηκε από την ΥΑ (ΕΡΓ-Κ.ΑΣΦ) Φ21/2376/2001 (ΦΕΚ 1735 Β/2001). Εναρξη ισχύος από 1.1.2002. Στη συνέχεια αντικαταστάθηκε ως άνω με την ΥΑ Φ11321/5924/270/12.5-25.5.2004 , ΦΕΚ Β΄ 772)]. Επομένως, η προσβαλλόμενη Πράξη ενήργησε καθαρά «εισπρακτικά» και όχι «συμμορφωτικά» προς τον δήθεν παρανομήσαντα εργοδότη.
- ΕΠΕΙΔΗ, πέραν των ως άνω, κατά τον χρόνο που η Υπηρεσία σας πραγματοποίησε τον έλεγχο και επέβαλλε το πρόστιμο είχε ήδη δημοσιευθεί στο ΦΕΚ με αριθμό 89/11-4-2014 τ.Α΄ο Ν.4255/2014 με το άρθρο 20 του οποίου καταργήθηκε η υποχρέωση του εργοδότη να τηρεί το ως άνω Ειδικό Βιβλίο. Δηλαδή: ακόμη ΚΑΙ ΑΝ όντως δεν τηρούσαμε το Βιβλίο ή είχαμε παραλείψεις ή δεν το επιδεικνύαμε πραγματικώς, και πάλι θα καλούμασταν να πληρώσουμε πρόστιμο ΟΧΙ επί μιας υπαρκτής υποχρέωσής μας ως εργοδοτών αλλά επί μίας ΗΔΗ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙΣΗΣ υποχρέωσης, άσχετα αν οι οδηγίες του ΙΚΑ (προκειμένου να μην ξεφύγει η κατάσταση της αδήλωτης εργασίας μέχρι να εμπεδωθούν οι νέες ρυθμίσεις, άρθρο 20 παρ.5 του Ν.4255/2014) επιβάλλουν την υποχρέωση φύλαξης του Βιβλίου επί 10ετία (την οποία όμως υποχρέωση εμείς τηρήσαμε και τηρούμε!). Ένα τέτοιο όμως πρόστιμο, δηλ. επί μίας καταργηθείσης πλέον υποχρέωσης, είναι φανερό ότι επιβάλλεται ΜΟΝΟΝ για «εισπρακτικούς» λόγους και λόγω των πιέσεων της Πολιτείας προς τους εποπτευόμενους από αυτήν φορείς να «μαζέψουν» χρήματα.
Τέτοια τακτική επιβαλλόμενη επί δικαίων και αδίκων είναι όχι μόνον παράνομη αλλά δε στέκεται ούτε συνταγματικά! Στο Βιβλίο που αρνήθηκαν να ελέγξουν οι ελεγκτές της Υπηρεσίας σας (για λόγο όχι απλά τυπικό αλλά τυπολατρικό!) αποδεικνύεται ότι υπάρχουν καταχωρημένες εμπροθέσμως και προσηκόντως οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη ΠΕΠΑΕ εργαζόμενες: η .... (καταχωρηθείσα υπό αα 9, 17 και 30 λόγω απολύσεων και επαναπροσλήψεων εξαιτίας εποχικής ανάγκης προσωπικού), η .... (υπό αα 15) και η .... (υπό αα 32 και ημερομηνία πρόσληψης 28-5-14 οπότε και 2 μέρες μετά καταργήθηκε η υποχρέωση τήρησης του Βιβλίου και σταμάτησε η ενημέρωσή του). Όπως παρατηρεί ο κάθε καλόπιστος, είναι αδύνατον να συμπληρώθηκαν οι εγγραφές αυτές εκ των υστέρων και δήθεν μέσα στα 5 λεπτά όπου κατέφθασε ο υπεύθυνός μας και επεχείρησε να επιδείξει τα στοιχεία στους ελεγκτές σας που βρίσκονταν ακόμη στον ίδιο χώρο με το κατάστημά μας. Αυτό θα ήταν αδύνατον και λόγω της βιασύνης αλλά και λόγω του γραφικού χαρακτήρα που φαίνεται από τις σελίδες του Βιβλίου ότι είναι στρωτός και επιμελημένος.
2) Μερικώς δεκτή ένσταση εργοδότη προς το ΙΚΑ για αναγγελία αποχώρησης
Παραθέτουμε τα κυριότερα σημεία του σκεπτικού, που κατατέθηκε με την ένσταση:
Η ΤΔΕ στηρίχθηκε στο εξής σκεπτικό που κατατέθηκε: ότι δηλαδή διέλαθε της προσοχής των ελεγκτικών οργάνων ότι, σύμφωνα με την επεξηγηματική εγκύκλιο Ι.Κ.Α. με αρ. 31/22.5.2013: «Με τις διατάξεις του άρθρου 65 του Ν.3996/2011, που τέθηκαν σε ισχύ στις 5/8/2011, αντικαταστάθηκαν αυτές του άρθρου 6 παρ. 1 περ. δ΄ του Ν.2972/2001 (οι οποίες προηγουμένως είχαν τροποποιήσει το άρθρο 2 παρ. 1 περ. στ΄ του Ν.2556/1997) ως προς τις κυρώσεις που επιβάλλονται στους εργοδότες, όταν δεν αναγγέλλουν ή αναγγέλλουν εκπρόθεσμα τις οικειοθελείς αποχωρήσεις μισθωτών τους. Συγκεκριμένα, εάν ο εργοδότης δεν αναγγείλει, εντός προθεσμίας οκτώ (8) ημερολογιακών ημερών, στον Ο.Α.Ε.Δ. κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού του και εφόσον η αποχώρηση αυτή δεν αποδεικνύεται από κανένα επίσημο έγγραφο στοιχείο, τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. του επιβάλλουν πρόστιμο».
Σύμφωνα με την ίδια εγκύκλιο: «Ως επίσημα έγγραφα, από τα οποία επίσης μπορεί να αποδειχθεί (άμεσα ή έμμεσα) η ακριβής ημερομηνία αποχώρησης μισθωτού από την εργασία του, νοούνται όσα έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από τον καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία (άρθρο 438 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Ως επίσημα έγγραφα νοούνται και όσα ιδιωτικά έγγραφα έχουν θεωρηθεί από δημόσιες αρχές ή έχουν κατατεθεί σ’ αυτές».
Η διευκρίνιση αυτή γίνεται από τα ΙΚΑ ακριβώς για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να καταστρατηγηθεί το πνεύμα του νόμου, που επιβάλλει την υποχρέωση αναγγελίας, και για να προστατευθεί ο φερέγγυος εργοδότης: αν η οικειοθελής αποχώρηση έχει περιληφθεί από τον εργοδότη σε άλλο δημόσιο έγγραφο, τότε δεν προκύπτει τυχόν βούλησή του να παραβιάσει τον νόμο, καθώς το προστατευτέο έννομο αγαθό ήδη καλύπτεται από την αναγραφή αυτή.





