Η εγγύηση έχει παρεπόμενο χαρακτήρα, καθώς ακολουθεί την κύρια σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη. Κατά συνέπεια, αν επέλθει λύση ή ακύρωση της αρχικής σύμβασης τότε θα επέλθει και λύση ή ακύρωση της εγγύησης. Δεν μπορεί λοιπόν να πληρωθεί η εγγύηση αν εξαφανιστεί η οφειλή, γιατί η εγγύηση λειτουργεί επικουρικά με την οφειλή και αποτελεί παρεπόμενη υποχρέωση, δηλαδή υποχρέωση που τη συνοδεύει.
Στην απόφαση ΑΠ 151/2021 έχουμε μια σύμβαση εγγύησης η οποία συνοδεύει την παροχή του ελαιοχρωματισμού, άρα η εγγύηση έχει λόγο ύπαρξης την οφειλή του ελαιοχρωματισμού. Στην απόφαση βλέπουμε άλλη μια ενδιαφέρουσα έννοια, την εγγυοδοσία. Είναι η εγγύηση και η εγγυοδοσία το ίδιο; Η απάντηση είναι όχι, καθώς η εγγύηση θεμελιώνει την ευθύνη του οφειλέτη προς απόδοση της οφειλής. Η εγγυοδοσία αντίθετα, δεν θεμελιώνει την ευθύνη του εγγυοδότη, παρά μόνο αν επέλθει συγκεκριμένο νομικό αποτέλεσμα, ένας κίνδυνος. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι λοιπόν η έλευση και πραγμάτωση ενός κινδύνου.
Ο αναιρεσείων αποκρούει την παροχή του ελαιοχρωματισμού και θεωρεί ότι η εγγύηση μπορεί να συμψηφιστεί με τη ζημία που προκλήθηκε από τον οφειλέτη. Τί είναι συμψηφισμός; Σύμφωνα με το άρθρο 440 ΑΚ, ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Από το άρθρο συνάγονται δύο τινά: Ο συμψηφισμός προϋποθέτει αμοιβαίες απαιτήσεις, οι οποίες πρέπει να έχουν όμοιο αντικείμενο και να είναι ληξιπρόθεσμες, δηλαδή ο δανειστής να έχει ζητήσει την απόδοση της παροχής μέσω δικαστικής ή εξώδικης όχλησης ή να έχουμε δήλη ημέρα. Αν οι δύο απαιτήσεις έχουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, τότε ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των απαιτήσεων, δηλαδή τα δύο πρόσωπα παύουν να οφείλουν το ένα στο άλλο, εξαφανίζονται οι οφειλές. Εδώ έχουμε απαιτήσεις οι οποίες δεν είναι όμοιες, καθώς η μία παροχή είναι μη χρηματική (υλική ζημία που θα αποκατασταθεί με ελαιοχρωματισμό) ενώ η άλλη χρηματική (εγγύηση), ενώ η απαίτηση της αποκατάστασης της ζημίας δεν είναι ληξιπρόθεσμη, επομένως δεν μπορεί να υπάρξει συμψηφισμός.
Στην απόφαση έχουμε όχληση από τον ενάγοντα να του αποδοθεί πίσω η εγγύηση, καθώς ο δανειστής απέκρουσε την παροχή του ελαιοχρωματισμού. Έχουμε λοιπόν αδυναμία παροχής η οποία είναι επιγενόμενη, δηλαδή μετά την κατάρτιση της σύμβασης. Αυτό που μας ενδιαφέρει όμως εδώ είναι ότι η αδυναμία παροχής είναι ανυπαίτια, δηλαδή δεν αποτελεί συνέπεια της συμπεριφοράς του οφειλέτη, ο οποίος τήρησε την απαιτούμενη επιμέλεια στις συναλλαγές. Ο οφειλέτης είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει την οφειλή του: «ο ενάγων ξεκίνησε τις επόμενες ημέρες την προετοιμασία για την αποκατάσταση της βαφής του εσωτερικού τοίχου της οικοδομής, ο οποίος γειτνίαζε με την καμινάδα, ειδοποιώντας τον εναγόμενο ότι επρόκειτο να τοποθετήσει σκαλωσιά στον εσωτερικό ακάλυπτο χώρο».
Η υπαιτιότητα εδώ αφορά αποκλειστικά στο δανειστή, ο οποίος αποκρούει την προσήκουσα και πραγματική παροχή από τον οφειλέτη καθιστώντας τον εαυτό του υπερήμερο με την άρνηση και απαγόρευση να προβεί ο ενάγων στην αποκατάσταση της βλάβης του τοίχου (περισσότερα για την υπερημερία δείτε εδώ).
«Ο εναγόμενος όμως αλλάζοντας ξαφνικά και αντισυμβατικά την γνώμη του, για λόγους που ποτέ δεν διευκρίνησε στον ενάγοντα του απαγόρευσε να προβεί στην αποκατάσταση της βαφής του εσωτερικού τοίχου. Έκτοτε δε ο ενάγων τον έχει οχλήσει επανειλλημένως προφορικά να του αποδώσει το ποσό που του κατέβαλε ως εγγύηση δυνάμει του ανωτέρω αναφερόμενου από 12-7-2007 συμφωνητικού, εκείνος όμως αρνείται. Επειδή ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος κατά το ποσό των 5.000 ευρώ, εφ' όσον δεν επηκολούθησε η αιτία για την οποία αυτό του καταβλήθηκε. Κατ' ακολουθία των παραπάνω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, απορριπτόμένης της προβαλλόμενης ενστάσεως συμψηφισμού ως ουσιαστικά αβασίμου και του ισχυρισμού του εναγομένου ότι ο ενάγων προκάλεσε πληθώρα ζημιών στο ακίνητό του ως αορίστου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως».
Η άρνηση της παροχής είναι αδικαιολόγητη και έχει ως συνέπεια τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δανειστή. Οι διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (904-913 ΑΚ) εφαρμόζονται όταν υπάρχει αύξηση της περιουσίας ενός προσώπου χωρίς νόμιμη αιτία. Νόμιμη αιτία έχουμε όταν η αύξηση της περιουσίας αποτελεί συνέπεια της μείωσης και της ζημίας της περιουσίας άλλου προσώπου (αρ. 904 ΑΚ). Εν προκειμένω έχουμε ζημία της περιουσίας του οφειλέτη, καθώς η αρχική σύμβαση δεν πραγματοποιείται με υπαιτιότητα του δανειστή, επομένως η εγγύηση που αποτελεί παρεπόμενη σύμβαση δεν μπορεί να παρακρατηθεί από αυτόν. Συνεπώς έχουμε ζημία και αύξηση του πλούτου του δανειστή χωρίς νόμιμη αιτία, άρα υποχρεούται να αποδώσει πίσω την ωφέλεια, δηλαδή την εγγύηση στον οφειλέτη.
Ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι λανθασμένα χαρακτήρισε τη σύμβαση ως εγγύηση και ότι αποτελεί εγγυοδοσία. Ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση οφείλει να επιστρέψει το ποσό, καθώς το άρθρο 904 κάνει επίσης λόγο για παροχή αχρεώστητη ή παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Εδώ έχουμε παροχή για αιτία που δεν επηκολούθησε: «Παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε είναι και η καταβολή ποσού ως εγγυοδοσία για την εκτέλεση ορισμένου έργου το οποίο όμως δεν εκτελέστηκε (πρβλ. ΑΠ 334/2019, ΑΠ 735/2011). Ειδικότερα, σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 380 ΑΚ που, κατά ρητή πρόβλεψη, τεθείσα προς άρση πάσης αμφιβολίας ότι πράγματι στην περίπτωση αυτή ελλείπει η κατά το άρθρο 904 ΑΚ νόμιμη αιτία διατήρησης του πλουτισμού και ότι αυτός πρέπει να επιστραφεί, ορίζει ότι ο αντισυμβαλλόμενος αναζητεί την τυχόν καταβληθείσα αντιπαροχή του κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 900/2008)».
Επομένως η αιτία που δεν επηκολούθησε είναι το έργο του ελαιοχρωματισμού και η καταβολή ποσού είναι το ποσό που δόθηκε ως εγγυοδοσία για την εκτέλεση του ελαιοχρωματισμού. Εφόσον δεν εκτελέστηκε ο ελαιοχρωματισμός και δη με ανυπαίτια αδυναμία παροχής έχουμε μη νόμιμη αιτία παρακράτησης του ποσού.
Επομένως, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης με λόγους αναίρεσης τους υπ’ αριθμόν 5 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Υπάρχει νόμιμη αιτία στο αιτιολογικό του δικανικού συλλογισμού και επίσης στοιχειοθετείται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός παρά το γεγονός ότι ο ενάγων δεν επικαλείται ακυρότητα της σύμβασης.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet