Λίγα λόγια για τη σύμβαση πώλησης:
Πώληση είναι η αμφοτεροβαρής σύμβαση με την οποία ο πωλητής αναλαμβάνει χρέος προς τον αγοραστή να του μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος και να αποδώσει το πράγμα, ενώ ο αγοραστής ως αντιπαροχή υποχρεούται να του αποδώσει το συμφωνηθέν τίμημα (513 ΑΚ).
Ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από νομικά ελαττώματα (514 ΑΚ), δηλαδή απαλλαγμένο από δικαιώματα τρίτων πάνω σε αυτό (δικαιώματα όπως κυριότητα, υποθήκη κλπ). Ωστόσο, αν το πράγμα συνοδεύεται από δικαιώματα τρίτων και ο αγοραστής ενώ το γνωρίζει προβαίνει παρόλα αυτά στη σύναψη της πώλησης, τότε ο πωλητής δε φέρει ευθύνη. Ο πωλητής ευθύνεται όμως για συγκεκριμένα ελαττώματα (κατάσχεση, ενέχυρο, υποθήκη, προσημείωση, κατάσχεση), ακόμη κι αν ο αγοραστής ήταν ενήμερος για τα ελαττώματα αυτά (515 ΑΚ). Η απόδειξη των νομικών ελαττωμάτων υπόκειται στον αγοραστή (517 ΑΚ). Η ευθύνη του πωλητή για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος απορρέει από το καθήκον πληροφόρησης που έχει απέναντι στον αγοραστή σχετικά με τις νομικές σχέσεις που συνεπάγεται το αντικείμενο της πώλησης, προκειμένου ο τελευταίος να γνωρίζει την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που φέρει στο ακίνητο (519 ΑΚ).
Κίνδυνος καταστροφής ή απώλειας του πράγματος
Μέχρι να παραδοθεί το πράγμα στον τόπο και στο χρόνο που έχει οριστεί, την ευθύνη για τη διατήρησή του φέρει ο πωλητής. Ο χρόνος της παροχής ορίζεται με δήλη ημέρα διαφορετικά θεωρείται η ημερομηνία σύναψης της σύμβασης. Ο τόπος στον οποίο παραδίδεται το πράγμα, αν δεν έχει οριστεί κάτι διαφορετικό, αν πρόκειται για μη χρηματική παροχή γίνεται στον τόπο κατοικίας του οφειλέτη. Για χρηματικές παροχές, η παράδοση του πράγματος γίνεται στον τόπο κατοικίας ή εργασίας του δανειστή.
Από αυτό συνάγεται, ότι ο αγοραστής κανονικά λαμβάνει το πράγμα στον χώρο εργασίας του πωλητή, αν δεν έχει οριστεί διαφορετικά, εφόσον το πράγμα είναι μη χρηματική παροχή. Αν έχει οριστεί να αποδώσει ο πωλητής το πράγμα στην κατοικία του αγοραστή τότε οφείλει να το αποστείλει ή να το παραδώσει ο ίδιος στον αγοραστή ο οποίος με τη σειρά του οφείλει να αποδεχτεί την προσφορά του πωλητή. Αν η προσφορά του πωλητή είναι πραγματική και προσήκουσα και ο αγοραστής δεν εμφανιστεί στον τόπο παράδοσης τότε θα καταστεί υπερήμερος και θα ενεργοποιηθεί στον πωλητή δικαίωμα αποζημίωσης και υπαναχώρησης από τη σύμβαση.
Σε περίπτωση που ο πωλητής κατόπιν αιτήματος του αγοραστή στέλνει το πράγμα σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο της εκπλήρωσης της παροχής, ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο αφότου το πράγμα παραδοθεί για αποστολή (524 ΑΚ). Από τη στιγμή που ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο, παίρνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος (525 ΑΚ).
Σε περίπτωση που το πράγμα καταστραφεί ή χαθεί ή χειροτέρεψε ως προς την κατάστασή του, εξετάζουμε αν η ζημία αυτή έγινε από τυχαίο γεγονός ή από ελάττωμα. Αν η βλάβη του πράγματος οφείλεται σε τυχαίο γεγονός ο πωλητής δεν μπορούσε να προβλέψει την καταστροφή και να λάβει μέτρα να την αποτρέψει. Συνεπώς, ο αγοραστής δικαιούται μόνο μείωση του τιμήματος (549 ΑΚ). Το ίδιο ισχύει και αν το πράγμα μεταποιήθηκε ή εκποιήθηκε εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο μέρος από τον αγοραστή.
Αν η καταστροφή ή η χειροτέρευση του πράγματος προήλθε από ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος ο αγοραστής δικαιούται να ζητήσει στον πωλητή αντικατάσταση του πράγματος ή να προβεί σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση πώλησης (548 ΑΚ), έννοια την οποία θα αναλύσουμε παρακάτω.
Τί γίνεται αν η πώληση τελεί υπό αίρεση;
Σε περίπτωση που η πώληση είναι υπό αίρεση, αν το πράγμα που πουλήθηκε παραδόθηκε στον αγοραστή ενόσω εκκρεμεί ακόμη η αίρεση, τον κίνδυνο για την τυχαία καταστροφή ή χειροτέρευσή του, που συνέβη πριν από την πλήρωση της αίρεσης, τον φέρει ο πωλητής αν η αίρεση είναι αναβλητική, και ο αγοραστής αν η αίρεση είναι διαλυτική (523 ΑΚ).
Δικαίωμα υπαναχώρησης πωλητή και αγοραστή: Πότε και πώς ασκείται
Με την υπαναχώρηση καθιερώνεται το δικαίωμα του συμβαλλόμενου να παύσει την εκτέλεση της σύμβασης με συνέπεια την απόσβεση των υποχρεώσεων προς παροχή. Η υπαναχώρηση γίνεται κατόπιν δήλωσης του ατόμου που δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση (390 ΑΚ).
Με την υπαναχώρηση και τα δύο μέρη οφείλουν να αποδώσουν όλα τα οφέλη που αποκόμισαν από τη σύμβαση ώστε να μην υπάρξει από καμία μεριά αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Προστασία και δικαίωμα υπαναχώρησης πωλητή:
Στη σύμβαση πώλησης δεν προστατεύεται μόνο ο αγοραστής, αλλά και ο πωλητής, εφόσον πρόκειται για μία αμφοτεροβαρή σύμβαση με δύο μέρη των οποίων πρέπει να προστατευτούν τα δικαιώματά τους σε περιπτώσης καθόλου ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή αδυναμίας παροχής.
Ο πωλητής προκειμένου να προστατευτεί σε περίπτωση μη καταβολής του τιμήματος από τον αγοραστή μπορεί να παρακρατήσει την κυριότητα του πράγματος μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος. Έτσι, η κυριότητα παραμένει στο πρόσωπο του πωλητή μέχρι τη στιγμή που πληρώνεται η αίρεση, δηλαδή λαμβάνει χώρα η καταβολή του ποσού από τον αγοραστή, οπότε και του μεταβιβάζεται η κυριότητα. Αν ο αγοραστής επέλθει σε υπερημερία, δηλαδή δεν καταβάλει το ποσό στον χρόνο που έχει οριστεί, τότε ο πωλητής έχει δικαίωμα είτε να απαιτήσει το τίμημα είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ασκώντας το δικαίωμα κυριότητάς του (532 ΑΚ).
Ο πωλητής δύναται λοιπόν είτε να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης, δηλαδή την καταβολή του τιμήματος από τον αγοραστή είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση εκ μέρους του πωλητή δεν προϋποθέτει απαραίτητα κάποια προθεσμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης του αγοραστή και όπως αναφέραμε και παραπάνω επιφέρει επιστροφή των καταβληθέντων από τους συμβαλλόμενους παροχών, ώστε να μην τεθεί ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά συνέπεια, ο πωλητής υπαναχωρήσει επιστρέφει το τίμημα στον αγοραστή ενώ ο αγοραστής επιστρέφει το πράγμα και τους καρπούς ωφέλειας που αποκόμισε από τη χρήση του πράγματος, εφόσον αυτοί υπάρχουν. Αν υπήρξε φθορά του πράγματος εκ μέρους του αγοραστή, ο πωλητής δύναται να αξιώσει αποζημίωση εφόσον η φθορά οφείλεται σε υπαιτιότητα του αγοραστή και όχι σε τυχαία γεγονότα.
Η αποζημίωση μπορεί να αξιωθεί από τον πωλητή και λόγω της μη εκτέλεσης της σύμβασης η οποία του προκάλεσε ζημία. Εδώ να τονίσουμε ότι η αποζημίωση δεν πρέπει να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του πωλητή, διαφορετικά θεωρείται υπερβολική.
Προστασία και δικαίωμα υπαναχώρησης αγοραστή:
Το άρθρο 534 αναφέρει ότι «ο πωλητής υποχρεούται να παραδώσει το πράγμα με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα». Από αυτό το άρθρο βλέπουμε ότι θεμελιώνεται η ευθύνη του πωλητή αν λείπει κάποια από τις συμφωνηθείσες ιδιότητες στο προϊόν ή αν το προϊόν παρουσιάζει πραγματικά ελαττώματα.
Ο αγοραστής μπορεί να θεωρήσει ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση και στην περίπτωση της πλημμελούς εγκατάστασης εκ μέρους του πωλητή, αν αυτή συμπεριλαμβανόταν στη σύμβαση ως υποχρέωσή του, αλλά και αν ο πωλητής παρέχει λανθασμένες ή παραλείπει να δώσει στον αγοραστή που προβαίνει στην εγκατάσταση τις σωστές οδηγίες (536 ΑΚ).
Ο πωλητής ευθύνεται λοιπόν κατα το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή για ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων ή για πραγματικά ελαττώματα ανεξάρτητα από την υπαιτιότητά του. Ευθύνη δεν έχει μόνο όταν ο αγοραστής γνώριζε κατά τη σύναψη της σύμβασης τη μη ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση (537 ΑΚ). Το ελάττωμα ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας που διαπιστώνεται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση του πράγματος τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά την παράδοση, εκτός αν τούτο δεν συμβιβάζεται με τη φύση του πράγματος που πουλήθηκε ή με τη φύση του ελαττώματος ή της έλλειψης.
Συνεπεία των παραπάνω, ο αγοραστής έχει δικαίωμα είτε να απαιτήσει τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος που δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, εκτός αν αυτό αποφέρει δυσανάλογες δαπάνες, είτε να μειωθεί το τίμημα από τον αγοραστή, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αρκεί το ελάττωμα να υπήρχε κατά τη σύναψη της σύμβασης και να μην επήλθε επουδιωδώς. Ο πωλητής οφείλει να προβεί σε διόρθωση ή αντικατάσταση εντός εύλογου χρόνου και χωρίς σημαντική ενόχληση του αγοραστή. Το δικαίωμα αντικατάστασης του πράγματος το έχει με τους ίδιους όρους και ο πωλητής, εφόσον η άσκησή του δεν είναι ασύμφορη για τον αγοραστή (540 ΑΚ).
Αν ο αγοραστής επιλέξει να ασκήσει το δικαίωμά του προς υπαναχώρηση λόγω πραγματικού ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας, υποχρεουται να αποδώσει στον πωλητή το πράγμα ακριβώς όπως το έλαβε, δηλαδή απαλλαγμένο από κάθε βάρος που οφείλεται στον ίδιο. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τα ωφελήματα που αποκόμισε από τη χρήση του πράγματος. Ο πωλητής με τη σειρά του επιστρέφει το τίμημα με τόκο, τα έξοδα της πώλησης, καθώς και όσα ο αγοραστής δαπάνησε για το πράγμα. Τα ίδια εφαρμόζονται και σε περίπτωση αντικατάστασης του πράγματος (547 ΑΚ).
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet